Όμως το ενδιαφέρον της Ανάγια κράτησε μόνο για μια στιγμή. Η Άες Σεντάι πλησίασε την Αβιέντα κι είπε, «Το όνομά σου, παιδί μου;» Ο τόνος της ήταν φιλικός, αλλά περίμενε απάντηση χωρίς χρονοτριβή.
Η Αβιέντα αντιμετώπισε σθεναρά το βλέμμα της, όντας ένα κεφάλι ψηλότερη, ιδιότητα την οποία προσπάθησε να εκμεταλλευτεί όσο μπορούσε. «Είμαι η Αβιέντα, της σέπτας των Εννέα Κοιλάδων του Τάαρνταντ Άελ». Το στόμα της Ανάγια στράβωσε σχηματίζοντας ένα χαμόγελο μ’ αυτό τον ανυπότακτο τόνο.
Ο Ματ αναρωτήθηκε ποια θα νικούσε σ’ αυτή την αναμέτρηση βλεμμάτων, όμως πριν προλάβει να στοιχηματίσει μέσα του, τις πλησίασε μια άλλη Άες Σεντάι, μια γυναίκα της οποίας το λιπόσαρκο πρόσωπο έδινε εντύπωση μεγάλης ηλικίας παρά τα τρυφερά μάγουλα και τα λαμπερά καστανά μαλλιά. «Γνωρίζεις ότι μπορείς να διαβιβάζεις, κορίτσι μου;»
«Βέβαια», είπε κοφτά η Αβιέντα κι έκλεισε απότομα το στόμα, σαν να σκόπευε να μην μιλήσει άλλο. Έπιασε να σιάξει το επώμιο της, αλλά είχε πει αρκετά. Οι Άες Σεντάι έπεσαν λεφούσι πάνω της, σπρώχνοντας τον Ματ στην άκρη.
«Πόσων χρόνων είσαι, παιδί μου;»
«Έχεις αναπτύξει τη δύναμή σου, αλλά μπορείς να μάθεις πολλά ως μαθητευόμενη».
«Πεθαίνουν πολλές κοπέλες του Άελ από την αρρώστια που τις τρώει όταν είναι μερικά χρόνια μεγαλύτερές σου;»
«Πόσον καιρό...;»
«Θα μπορούσες...»
«Ειλικρινά θα έπρεπε να...»
«Πρέπει να...»
Η Νυνάβε εμφανίστηκε στο κατώφλι τόσο ξαφνικά που ήταν σαν να είχε ξεφυτρώσει στον άδειο αέρα. Στήριξε τις γροθιές στους γοφούς της και κάρφωσε το βλέμμα στον Ματ. «Τι γυρεύεις εδώ, Μάτριμ Κώθον; Πώς έφτασες εδώ; Φαντάζομαι ότι άδικα θα έλπιζα να έχεις κάποια σχέση με το στρατό των Δρακορκισμένων που ετοιμάζεται να μας επιτεθεί».
«Για να πω την αλήθεια», είπε αυτός ξερά, «εγώ τον διοικώ».
«Εσύ...!» Η Νυνάβε έμεινε με το στόμα ανοιχτό, και μετά τινάχτηκε, τραβώντας το γαλάζιο φόρεμά της σαν να ήθελε να το ισιώσει. Είχε πιο βαθύ ντεκολτέ απ’ όσο τη θυμόταν να φορά άλλοτε, τόσο βαθύ που έδειχνε τη σχισμή του στήθους της, με κίτρινα σπειροειδή ποικίλματα στο λαιμό και τον ποδόγυρο. Εντελώς διαφορετικό από τα ρούχα που φορούσε στην πατρίδα. «Έλα μαζί μου, λοιπόν», του είπε απότομα. «Θα σε πάω στην Άμερλιν».
«Ματ Κώθον», είπε η Αβιέντα, κάπως ξέπνοα. Κοίταζε γύρω και πάνω από τις Άες Σεντάι για να τον βρει. «Ματ Κώθον». Αυτό μόνο, μα για Αελίτισσα, έμοιαζε απελπισμένη.
Οι Άες Σεντάι που την περικύκλωναν δεν σταμάτησαν, με φωνές γαλήνιες, μετρημένες, κι αδυσώπητες.
«Για σένα, το καλύτερο θα είναι να...»
«Συλλογίσου το...»
«Προς όφελος...»
«Δεν μπορεί να...»
Ο Ματ χαμογέλασε πλατιά. Ίσως σε λίγο να ξεθηκάρωνε το μαχαίρι, όμως σε αυτό το πλήθος δεν θα τη βοηθούσε καθόλου. Το σίγουρο ήταν ότι θα αργούσε να κυνηγήσει την Ηλαίην. Αναρωτήθηκε αν θα έβρισκε την Αβιέντα να φορά λευκό φόρεμα όταν ξαναγυρνούσε και πέταξε τη λόγχη του στον Βάνιν. «Προχώρα, Νυνάβε. Για να δούμε την Άμερλιν που λέτε».
Εκείνη τον κοίταξε σμίγοντας τα φρύδια και τον οδήγησε μέσα, τραβώντας την πλεξούδα της και μουρμουρίζοντας, σχεδόν μονολογώντας. «Είναι ιδέα του Ραντ αυτή, ε; Το ξέρω καλά. Σίγουρα δική του ιδέα πρέπει να ’ναι. Θέλει να τους φοβίζει όλους. Πρόσεχε τι κάνεις, Άρχοντα Στρατηγέ Κώθον, αλλιώς θα πάθεις χειρότερα απ’ ό,τι πάθαινες όταν σ’ έπιανα να κλέβεις γαλαζόμουρα. Ακούς εκεί να φοβίζει τον κόσμο! Μπορεί να είναι άνδρας, αλλά θα περίμενες να ’χει λίγο μυαλό μέσα του! Σταμάτα να χαμογελάς, Ματ Κώθον. Δεν ξέρω τι γνώμη θα ’χει εκείνη για όλα αυτά».
Υπήρχαν Άες Σεντάι στα τραπέζια μέσα —ο χώρος του έδινε την αίσθηση κοινής αίθουσας, ακόμα και μ’ αυτές τις προσεκτικές Άες Σεντάι να γράφουν και να δίνουν διαταγές— αλλά μόλις που έριξαν μια ματιά στον ίδιο και τη Νυνάβε καθώς διέσχιζαν το δωμάτιο. Αυτό υπογράμμιζε τι πρωτοφανής που ήταν αυτή η κατάσταση. Μια Μαθητευόμενη περνούσε μονολογώντας και καμία απ’ αυτές τις Άες Σεντάι δεν είχε πει λέξη. Ο Ματ είχε φύγει από τον Πύργο όσο γρηγορότερα μπορούσε, αλλά ήξερε ότι οι Άες Σεντάι δεν φέρονταν μ’ αυτόν τον τρόπο.
Στο πίσω μέρος του δωματίου, η Νυνάβε άνοιξε μια πόρτα που έδειχνε κάπως ξεχαρβαλωμένη. Τα πάντα σε εκείνο το μέρος έδειχναν ξεχαρβαλωμένα. Ο Ματ την ακολούθησε μέσα — και μαρμάρωσε. Μπροστά του ήταν η Ηλαίην, όμορφη με μαλλιά θεάς, αλλά υποδυόταν τη σπουδαία αρχόντισσα, φορώντας πράσινο μεταξένιο φόρεμα με ψηλό δαντελωτό λαιμό, χαμογελώντας συγκαταβατικά, με τα φρύδια σηκωμένα. Κι ήταν εκεί κι η Εγκουέν, καθισμένη πίσω από το τραπέζι, μ’ ένα ερωτηματικό χαμόγελο στο πρόσωπό της. Και μ’ ένα επτάριγο επιτραχήλιο πάνω από το ανοιχτοκίτρινο φόρεμά της. Αυτός έριξε μια γοργή ματιά έξω κι έκλεισε την πόρτα με μια σπρωξιά πριν κοιτάξουν μέσα οι Άες Σεντάι.