«Το νομίζεις αστείο», μούγκρισε, προχωρώντας στο μικρό χαλί όσο πιο γρήγορα μπορούσε, «αλλά θα σου γδάρουν το τομάρι αν σε πιάσουν. Δεν θα σας αφήσουν να φύγετε ποτέ, αν—» Άρπαξε το επιτραχήλιο από το σβέρκο της Εγκουέν, την τράβηξε βιαστικά από την καρέκλα — κι η ασημένια αλεπουδοκεφαλή πάγωσε στο στήθος του.
Έσπρωξε μαλακά την Εγκουέν να απομακρυνθεί από το τραπέζι και τις αγριοκοίταξε. Η Εγκουέν απλώς φαινόταν μπερδεμένη, όμως το στόμα της Νυνάβε ακόμα κρεμόταν ορθάνοιχτο, και τα μεγάλα γαλανά μάτια της Ηλαίην έλεγες πως θα ’πεφταν από τις κόγχες τους στο πάτωμα. Μια απ’ αυτές είχε δοκιμάσει να χρησιμοποιήσει τη Δύναμη εναντίον του. Το μόνο καλό που είχε βγει από κείνο το ταξίδι στο τερ’ανγκριάλ ήταν το μενταγιόν με την αλεπουδοκεφαλή. Πρέπει να ’ταν τερ’ανγκριάλ κι αυτό, αλλά ένιωθε ευγνωμοσύνη γι’ αυτό. Όσο το μενταγιόν άγγιζε το δέρμα του, η Μία Δύναμη δεν μπορούσε να τον αγγίξει. Τουλάχιστον όχι το σαϊντάρ· το είχε αποδείξει, δυστυχώς. Όμως η αλεπουδοκεφαλή πάγωνε όταν κάποια το χρησιμοποιούσε εναντίον του.
Πέταξε το επιτραχήλιο και το καπέλο του στο τραπέζι, κάθισε και μετά σηκώθηκε για να πετάξει μερικά μαξιλαράκια από την καρέκλα. Άπλωσε το πόδι του με την μπότα στην άκρη του τραπεζιού και κοίταξε εκείνες τις χαζές. «Θα τα χρειαστείτε αυτά τα μαξιλαράκια, αν η λεγόμενη Άμερλιν μάθει για το αστειάκι σας».
«Ματ», άρχισε να λέει η Εγκουέν με σίγουρη φωνή, όμως αυτός τη διέκοψε.
«Όχι! Αν θέλατε να μιλήσετε, θα έπρεπε να μιλήσετε αντί να μου ορμήξετε με τη Δύναμη. Τώρα θα μ’ ακούσετε».
«Πώς κατάφερες να...;» θαύμασε η Ηλαίην. «Οι ροές... έτσι απλά εξαφανίστηκαν».
Σχεδόν την ίδια στιγμή, η Νυνάβε είπε απειλητικά, «Ματ Κώθον, κάνεις το μεγαλύτερο—»
«Ακούτε, είπα!» Έδειξε με το δάχτυλο την Ηλαίην. «Εσένα θα σε πάρω στο Κάεμλυν, αν προλάβω την Αβιέντα από το να σε σκοτώσει. Αν δεν θέλεις να σου κόψει το ωραίο το λαιμουδάκι σου, θα κάτσεις κοντά μου και θα κάνεις ό,τι σου λέω, δίχως αντιλογίες!» Το δάχτυλο στράφηκε στην Εγκουέν. «Ο Ραντ λέει ότι θα σε στείλει πίσω στις Σοφές όποτε θελήσεις, κι αν αυτά που είδα ως τώρα δείχνουν σε τι έχεις μπλέξεις, η συμβουλή μου είναι να δεχτείς την προσφορά του αμέσως! Φαίνεται ότι ξέρεις πώς να Ταξιδεύεις» —η Εγκουέν τινάχτηκε λιγάκι— «επομένως μπορείς να ανοίξεις πύλη προς το Κάεμλυν για την Ομάδα. Δεν θέλω διαφωνίες, Εγκουέν! Όσο για σένα, Νυνάβε! Κανονικά έπρεπε να σε αφήσω εδώ, αλλά αν θέλεις να έρθεις, έλα. Αλλά σε προειδοποιώ. Αν τραβήξεις την πλεξούδα σου προς το μέρος μου άλλη μια φορά, ορκίζομαι ότι θα σε ξυλίσω στον πισινό!»
Τον κοίταζαν σαν να είχε βγάλει κέρατα Τρόλοκ, τουλάχιστον όμως δεν έβγαζαν άχνα. Ίσως είχε καταφέρει να βάλει μια στάλα λογική στο μυαλό τους. Όχι ότι θα τον ευχαριστούσαν ποτέ που τους είχε σώσει το τομάρι. Μπα· αυτές δεν ευχαριστούσαν κανέναν. Ως συνήθως, θα έλεγαν ότι σε λίγο θα είχαν βγάλει άκρη μόνες τους. Αν μια γυναίκα σου έλεγε ότι έμπλεκες στις δουλειές της ενώ εσύ την είχες σώσει από το μπουντρούμι, ήταν ικανή να πει τα πάντα.
Πήρε μια βαθιά ανάσα. «Τώρα. Όταν έρθει εδώ η καημένη η χαζούλα που διάλεξαν για Άμερλιν, θα μιλήσω εγώ. Αποκλείεται να έχει μυαλό, αλλιώς δεν θα είχαν μπορέσει να της φορτώσουν αυτή τη δουλειά. Έδρα της Άμερλιν για ένα παλιοχώρι στην ερημιά. Εσείς μη βγάλετε τσιμουδιά, κάντε όσες γονυκλισίες μπορείτε, κι εγώ θα βγάλω πάλι τα κάστανα από τη φωτιά». Εκείνες στέκονταν και τον χάζευαν. Ωραία. «Ξέρω τα πάντα για το στρατό της, αλλά έχω κι εγώ στρατό. Αν είναι αρκετά τρελή για να νομίζει ότι θα πάρει τον Πύργο από τα χέρια της Ελάιντα... ε τότε μάλλον δεν θα ρισκάρει να έχει απώλειες μόνο και μόνο για να κρατήσει εσάς τις τρεις. Άνοιξε την πύλη, Εγκουέν, και θα σε έχω στο Κάεμλυν αύριο, μεθαύριο το αργότερο, κι αυτές οι τρελές ας πάνε να τις σκοτώσει η Ελάιντα. Ίσως θα έχετε κι άλλη παρέα. Δεν μπορεί να έχουν τρελαθεί όλες. Ο Ραντ είναι πρόθυμος να προσφέρει καταφύγιο. Μια γονυκλισία, ο όρκος υποταγής στα γρήγορα, και θα τις γλιτώσει από την Ελάιντα που θα θέλει να καρφώσει τα κεφάλια τους σε δόρατα στην Ταρ Βάλον. Καλύτερα δεν βρουν. Λοιπόν; Έχετε να πείτε κάτι;» Απ’ όσο μπορούσε να διακρίνει, δεν ανοιγόκλειναν καν τα μάτια. «Ένα απλό “ευχαριστούμε, Ματ” αρκεί». Ούτε λέξη. Ούτε βλεφάρισμα.
Ακούστηκε ένα δειλό χτύπημα στην πόρτα και μπήκε μια μαθητευόμενη, μια ομορφούλα πρασινομάτα που έκανε μια βαθιά γονυκλισία, με τα μάτια διάπλατα ανοιχτά από το δέος. «Με έστειλαν να δω μήπως θέλεις τίποτα, Μητέρα. Για τον... για τον στρατηγό, θέλω να πω. Κρασί, ή... ή...»