«Όχι, Ταμπίθα». Η Εγκουέν τράβηξε το ριγωτό επιτραχήλιο από κάτω από το καπέλο του και το έβαλε στους ώμους της. «Θέλω να μιλήσω μόνη με τον Στρατηγό Κώθον λίγο ακόμη. Πες στη Σέριαμ ότι θα τη φωνάξω σε λίγο, για να με συμβουλεύσει».
«Κλείσε το στόμα σου μην μπει καμιά μύγα, Ματ», είπε η Νυνάβε με τόνο βαθύτατης ικανοποίησης.
39
Δυνατότητες
Σιάζοντας το επιτραχήλιο της, η Εγκουέν μελέτησε τον Ματ. Περίμενε ότι θα έμοιαζε με παγιδευμένη αρκούδα, όμως εκείνος φαινόταν απλώς κατάπληκτος κι ιδρωμένος. Υπήρχαν τόσες ερωτήσεις που ήθελε να του κάνει —Που ήξερε ο Ραντ για το Σαλιντάρ; Πώς ήταν δυνατόν να ξέρει ότι είχε ανακαλύψει το Ταξίδεμα; Τι σκάρωνε ο Ραντ;— μα δεν θα τις έκανε. Ο Ματ κι η Ομάδα του Κόκκινου Χεριού τής είχαν φέρει μια ζαλάδα στο κεφάλι. Ίσως ο Ραντ να της είχε προσφέρει ένα αναπάντεχο δώρο.
«Την καρέκλα μου;» του είπε χαμηλόφωνα. Έλπισε μέσα της να είχε προσέξει ο Ματ ότι δεν ίδρωναν, ούτε η ίδια ούτε η Ηλαίην κι η Νυνάβε· η Νυνάβε ίδρωνε αλλά όχι πολύ. Η Σιουάν της είχε αποκαλύψει το κολπάκι, που δεν είχε να κάνει με τη Δύναμη αλλά απλώς με τα το να αυτοσυγκεντρώνεσαι με ένα συγκεκριμένο τρόπο. Η Νυνάβε είχε θυμώσει —κάτι διόλου παράξενο— που δεν τους το είχε διδάξει νωρίτερα, όμως η Σιουάν είχε απαντήσει γαλήνια ότι ήταν για τις Άες Σεντάι, όχι για τις Αποδεχθείσες. Ως τώρα, η Εγκουέν είχε καταφέρει να κρατά τις σκέψεις της χαλιναγωγημένες όταν γύρω βρίσκονταν αδελφές, κι η όψη ενός δροσερού προσώπου αντί για ένα ιδρωμένο έμοιαζε να βελτιώνει λίγο τη συμπεριφορά της. Τη συμπεριφορά κάποιων. Θα βοηθούσε πολύ με τον Ματ. Αν ποτέ έπαυε να χάσκει κι άρχιζε να βλέπει. «Ματ; Την καρέκλα μου;»
Εκείνος τινάχτηκε και μετά σηκώθηκε και παραμέρισε, κοιτώνας πότε την ίδια και πότε την Ηλαίην και τη Νυνάβε, σαν να ήταν κάποιος γρίφος. Από την άλλη, η Νυνάβε κι η Ηλαίην τον κοιτούσαν περίπου με τον ίδιο τρόπο, κι αυτές είχαν πιο βάσιμο λόγο.
Ξεσκόνισε τα μαξιλαράκια πριν τα ξαναβάλει στη θέση τους με μια τρυφερή σκέψη για την Τσέσα. Ύστερα από δυο μέρες δεν τα χρειαζόταν πια, αλλά ή θα έπρεπε να σταματήσει να κάνει μπάνιο ή θα δεχόταν τα μαξιλαράκια, ώσπου να μη φαίνεται πια το παραμικρό ίχνος μελανιάς. Η Τσέσα θα έπαιρνε τα μαξιλαράκια αν της το ζητούσε η Εγκουέν. Είτε με κάθιδρο πρόσωπο είτε ολόδροση, η Εγκουέν ήταν η Έδρα της Άμερλιν, μπροστά στην οποία οι βασιλείς υποκλίνονταν κι οι βασίλισσες έκλιναν το γόνυ, έστω κι αν αυτό ακόμα δεν είχε συμβεί· η οποία ταχύτατα θα δίκαζε και θα εκτελούσε την Ελάιντα και θα επανέφερε την τάξη στον Λευκό Πύργο κι άρα στον κόσμο. Η Τσέσα θα το έκανε, και θα έριχνε τέτοιες πληγωμένες, επιτιμητικές ματιές στην Εγκουέν η οποία δεν την άφηνε να την περιποιηθεί, ώστε ήταν ευκολότερο να έχει τα μαξιλαράκια εκεί.
Βολεύτηκε με τα χέρια σταυρωμένα στο τραπέζι κι είπε, «Ματ—» Εκείνος τη διέκοψε αμέσως.
«Αυτό είναι άνω ποταμών», της είπε χαμηλόφωνα. Χαμηλόφωνα, αλλά σθεναρά. «Θα το χάσεις το κεφάλι σου, Εγκουέν. Όλες σας. Θα-το-χάσετε-το-κεφάλι-σας».
«Ματ», του είπε με πιο δυνατή φωνή, όμως εκείνος συνέχισε ακάθεκτος.
«Άκου, έχεις ακόμα περιθώριο να ξεφύγεις. Αν νομίζουν ότι είσαι η Άμερλιν, μπορείς να έρθεις μαζί μου για να... να επιθεωρήσεις την Ομάδα. Θα ανοίξεις μια πύλη και θα έχουμε φύγει πριν το πάρουν χαμπάρι αυτές οι παλαβές».
Η Νυνάβε είχε δει το σαϊντάρ να μην έχει αποτέλεσμα πάνω του, όμως ήξερε να αντιμετωπίζει ξεροκέφαλους άνδρες πριν μάθει να διαβιβάζει. Μουγκρίζοντας χαμηλόφωνα «Θα με ξυλίσει στον πισινό;» με τρόπο που η Εγκουέν σκέφτηκε πως δεν το είχε πει για να ακουστεί, η Νυνάβε ανασήκωσε επιδέξια τα φουστάνια της και κλώτσησε τον Ματ στον δικό του πισινό, τόσο δυνατά που εκείνος παραπάτησε κι έφτασε ως τον τοίχο πριν μπορέσει να σταματήσει με το χέρι του. Η Ηλαίην έβαλε τα γέλια και τα σταμάτησε απότομα, αλλά το κορμί της σειόταν και τα μάτια της έλαμπαν.
Η Εγκουέν δάγκωσε το χείλος της για να κρατήσει το γέλιο της. Η σκηνή ήταν κωμική. Ο Ματ γύρισε αργά το κεφάλι για να κοιτάξει τη Νυνάβε, με τα μάτια γουρλωμένα και γεμάτα αγανάκτηση κι οργή. Ύστερα χαμήλωσε τα φρύδια και, τινάζοντας το ξεκούμπωτο σακάκι του σαν να ήθελε να το ισιώσει, άρχισε να τη ζυγώνει αργά. Αργά επειδή κούτσαινε. Η Εγκουέν έκρυψε το στόμα της. Δεν έπρεπε να γελάσει.
Η Νυνάβε όρθωσε το ανάστημά της αυστηρά και μετά πρέπει να της πέρασαν μερικά πράγματα από το νου. Ίσως να ήταν αρκετά θυμωμένη ώστε να διαβιβάσει, αλλά όπως φαινόταν το σαϊντάρ ήταν άχρηστο μ’ αυτόν. Ο Ματ ήταν ψηλός για Διποταμίτης, πολύ ψηλότερος απ’ αυτήν, πολύ δυνατότερος κι η ματιά του είχε μια επικίνδυνη γυαλάδα. Η Νυνάβε έριξε μια ματιά στην Εγκουέν κι έσιαξε το φόρεμά της, προσπαθώντας να κρατήσει την αυστηρότητα της έκφρασής της. Ο Ματ πλησίασε, με πρόσωπο συννεφιασμένο. Άλλη μια βιαστική ματιά, με την ανησυχία να κάνει την εμφάνισή της, κι η Νυνάβε έκανε ένα βηματάκι πίσω.