Выбрать главу

«Ματ», είπε η Εγκουέν με ήρεμο τόνο. Εκείνος δεν σταμάτησε. «Ματ, πάψε να κάνεις το βλάκα. Είσαι σε δεινή θέση, αλλά ίσως μπορώ να σε γλιτώσω, αν ακούσεις τη φωνή της λογικής».

Επιτέλους ο Ματ σταμάτησε. Στέλνοντας μια άγρια ματιά στη Νυνάβε και κουνώντας προειδοποιητικά το δάχτυλο του, της γύρισε την πλάτη και στηρίχτηκε με τις γροθιές στο γραφείο. «Εγώ είμαι σε δεινή θέση; Εγκουέν, πήδηξες από το δέντρο στο λάκκο με τις αρκούδες και νομίζεις ότι όλα είναι εντάξει, επειδή ακόμα δεν έφτασες στο χώμα;»

Εκείνη του χαμογέλασε γαλήνια. «Ματ, δεν είναι πολλοί εδώ στο Σαλιντάρ που να έχουν καλή γνώμη για τους Δρακορκισμένους. Ο Άρχοντας Μπράυν δεν είναι απ’ αυτούς, ούτε κι οι στρατιώτες του. Ακούσαμε μερικές ανησυχητικές ιστορίες. Και κάποιες που σου παγώνουν το αίμα».

«Δρακορκισμένοι!» είπε αυτός με μια ψιλή κραυγούλα. «Τι σχέση έχουν αυτοί με μένα; Δεν είμαι Δρακορκισμένος, μα το αίμα!»

«Φυσικά και είσαι, Ματ». Το έκανε να ακουστεί σαν να ήταν το πιο φανερό πράγμα στον κόσμο. Κάτι που ήταν, αν καθόσουν να το σκεφτείς. «Πας όπου σε στέλνει ο Ραντ. Τι άλλο είσαι παρά Δρακορκισμένος; Αλλά αν με ακούσεις, μπορώ να τους προλάβω πριν καρφώσουν το δικό σου κεφάλι σε κανένα δόρυ. Για να πω την αλήθεια, δεν νομίζω ότι ο Άρχοντας Μπράυν θα χρησιμοποιούσε δόρυ —όλο παραπονιέται ότι δεν έχει αρκετά— αλλά είμαι σίγουρος ότι κάτι θα έβρισκε».

Ο Ματ κοίταξε τις άλλες δύο γυναίκες κι η Εγκουέν έσφιξε τα χείλη για μια στιγμή. Είχε μιλήσει απροκάλυπτα, όμως ο Ματ έμοιαζε να προσπαθεί να βγάλει άκρα από τα λεγόμενά της. Η Ηλαίην του απάντησε με ένα τεταμένο χαμογελάκι κι ένα αποφασιστικό νεύμα επιβεβαίωσης. Μπορεί η Ηλαίην να μην έβλεπε πού το πήγαινε η Εγκουέν, όμως ήξερε ότι δεν μιλούσε επειδή της άρεσε ο ήχος της φωνής της. Η Νυνάβε, η οποία ακόμα πάλευε να κρατήσει την αυστηρή έκφραση και τραβούσε την πλεξούδα της, απλώς τον αγριοκοίταξε, αλλά ίσως αυτό να ήταν καλύτερο. Αν κι είχε αρχίσει να ιδρώνει· η Νυνάβε όταν θύμωνε έχανε την αυτοσυγκέντρωσή της.

«Για άκου με ένα λεπτό, Εγκουέν», έκανε ο Ματ. Αλλά ίσως να μην αρκούσε ούτε ο ένας τρόπος απάντησης ούτε ο άλλος. Κατάφερε να πάρει συνετό ύφος και συγκαταβατικότητα στο πιο προσβλητικό συνδυασμό που μπορούσε να υπάρξει. «Αν θέλεις να σε λένε Έδρα της Άμερλιν, ας σε λένε Έδρα της Άμερλιν. Ο Ραντ θα σε καλοδεχτεί με ανοιχτές αγκάλες στο Κάεμλυν, ακόμα κι αν δεν του φέρεις όλες αυτές τις Άες Σεντάι, αλλά ξέρω ότι θα χαρεί αν τις φέρεις. Όποια προβλήματα κι αν έχεις με την Ελάιντα, μπορεί να βοηθήσει να εξομαλυνθούν. Η Ελάιντα ξέρει ότι ο Ραντ είναι ο Αναγεννημένος Δράκοντας. Μα το Φως, θυμάσαι την επιστολή της. Να δεις που θα σου ξαναφτιάξει τον Λευκό Πύργο πριν προλάβεις να πεις Φύλακας των Σκιών. Χωρίς μάχες. Χωρίς αιματοχυσία. Ξέρεις ότι δεν θέλεις αιματοχυσία, Εγκουέν».

Αυτό η Εγκουέν δεν το ήθελε. Όταν χυνόταν το πρώτο αίμα μεταξύ Σαλιντάρ και Ταρ Βάλον, θα ήταν δύσκολο έπειτα να επανενωθεί ο Πύργος. Όταν χυνόταν το πρώτο αίμα των Άες Σεντάι, θα ήταν ίσως αδύνατον. Παρ’ όλα αυτά, η Ελάιντα έπρεπε να καθαιρεθεί, κι η Εγκουέν θα έκανε ό,τι έπρεπε να κάνει. Δεν της άρεσε. Και δεν της άρεσε να της λέει ο Ματ πράγματα που ήξερε κι η ίδια, και της άρεσε ακόμα λιγότερο που είχε δίκιο. Κι ακόμα λιγότερο εξαιτίας του τόνου του. Κατάφερε με δυσκολία να κρατήσει τα χέρια της ασάλευτα στο τραπέζι. Ήθελε να σηκωθεί και να του στρίψει το αυτί.

«Όποια στάση κι αν κρατήσω απέναντι στον Ραντ», του είπε ψυχρά, «μπορείς να είσαι βέβαιος ότι δεν θα οδηγήσω τις Άες Σεντάι να δώσουν όρκο υποταγής είτε σ’ αυτόν είτε σε οποιονδήποτε άλλο άνδρα». Ψυχρά, χωρίς να λογομαχεί· μια γαλήνια διατύπωση απλών γεγονότων. «Η στάση που θα κρατήσω με την Ελάιντα είναι δικό μου μέλημα, όχι δικό σου. Αν έχεις μια στάλα μυαλό, Ματ, θα κρατήσεις το στόμα σου κλειστό όσο βρίσκεσαι στο Σαλιντάρ και δεν θα κάνεις τον καμπόσο. Αν αρχίσεις να λες στις Άες Σεντάι τι θα κάνει ο Ραντ όταν γονατίσουν μπροστά του, μπορεί να μη σου αρέσουν οι απαντήσεις που θα λάβεις. Αν πεις ότι θα πάρεις από δω εμένα ή τη Νυνάβε ή την Ηλαίην, θα είσαι πολύ τυχερός αν δεν σε τρυπήσει κανένα σπαθί».

Εκείνος τινάχτηκε όρθιος με ένα άγριο βλέμμα. «Θα σου ξαναμιλήσω όταν θα είσαι έτοιμη να ακούσεις τη φωνή της λογικής, Εγκουέν. Είναι εδώ πέρα ο Θομ Μέριλιν;» Εκείνη ένευσε κοφτά. Τι τον ήθελε τον Θομ; Μάλλον για να μπεκρουλιάσουν. Καλή του τύχη αν έψαχνε να βρει καπηλειό εδώ. «Όταν θα είσαι έτοιμη να ακούσεις», επανέλαβε βλοσυρά, και προχώρησε αγέρωχα —κουτσαίνοντας— προς την πόρτα.