Выбрать главу

«Ματ», είπε η Ηλαίην, «στη θέση σου δεν θα προσπαθούσα να φύγω. Είναι ευκολότερο να μπεις στο Σαλιντάρ παρά να βγεις».

Εκείνος της χαμογέλασε αυθάδικα, και με τον τρόπο που την κοίταξε από πάνω ως κάτω ήταν τυχερός που η Ηλαίην δεν του έριξε ένα χαστούκι που θα τον έκανε να δει τον ουρανό σφοντύλι. «Εσένα, ωραία μου Αρχόντισσα, θα σε πάρω πίσω στο Κάεμλυν ακόμα κι αν χρειαστεί να σε πάω τυλιγμένη πακέτο στον Ραντ, που να καώ αν δεν το κάνω. Και μα το αίμα, θα φύγω όποτε θελήσω εγώ». Έκανε μια κοροϊδευτική υπόκλιση στην Ηλαίην και την Εγκουέν. Στη Νυνάβε απλώς έριξε μια άγρια ματιά και κούνησε πάλι το δάχτυλο.

«Πώς είναι δυνατόν να έχει ο Ραντ έναν τόσο χυδαίο, ανυπόφορο, άξεστο άνθρωπο για φίλο;» ρώτησε η Ηλαίην χωρίς να απευθύνεται συγκεκριμένα σε κάποια, πριν καλά-καλά κλείσει η πόρτα πίσω του.

«Το σίγουρο είναι ότι η γλώσσα του έχει χειροτερέψει», μούγκρισε σκοτεινά η Νυνάβε, τινάζοντας την πλεξούδα της πίσω από τον ώμο. Η Εγκουέν σκέφτηκε ότι φοβόταν μήπως την ξερίζωνε αν την είχε πρόχειρη.

«Έπρεπε να τον αφήσω να κάνει αυτό που ήθελε, Νυνάβε. Μην ξεχνάς ότι τώρα είσαι Άες Σεντάι. Δεν μπορείς να τριγυρνάς και να κλωτσάς τον κόσμο, ούτε να τραβάς αυτιά, ούτε να βαράς με το στειλιάρι». Η Νυνάβε την κοίταξε, με το στόμα της να ανοιγοκλείνει και το πρόσωπο να κοκκινίζει ολοένα και περισσότερο. Η Ηλαίην φρόντισε να σκύψει, με το βλέμμα όλο ενδιαφέρον για το χαλί.

Μ’ έναν αναστεναγμό, η Εγκουέν δίπλωσε το ριγωτό επιτραχήλιο και το άπλωσε σε μια άκρη του τραπεζιού. Μ’ αυτό τον τρόπο εξασφάλιζε ότι η Ηλαίην κι η Νυνάβε θυμούνταν πως ήταν μόνες τους· μερικές φορές το επιτραχήλιο τις έκανε να μιλάνε στην Έδρα της Άμερλιν αντί για την Εγκουέν αλ’Βέρ. Όπως συνήθως, το κόλπο πέτυχε. Η Νυνάβε πήρε μια πολύ βαθιά ανάσα.

Πριν όμως προλάβει να μιλήσει, πετάχτηκε η Ηλαίην λέγοντας, «Θέλεις να προσθέσεις τον Ματ και την Ομάδα του Κόκκινου Χεριού στις δυνάμεις του Γκάρεθ Μπράυν;»

Η Εγκουέν κούνησε το κεφάλι. Οι Πρόμαχοι έλεγαν ότι τώρα υπήρχαν έξι ή επτά χιλιάδες άνδρες στη Ομάδα του Ματ, περισσότεροι απ’ όσους θυμόταν ότι είχε στην Καιρχίν, ένας σημαντικός αριθμός, παρ’ όλο που δεν ήταν όσοι ισχυρίζονταν οι δύο αιχμαλωτισμένοι, όμως οι στρατιώτες του Μπράυν δεν θα έπαιρναν με καλό μάτι τους Δρακορκισμένους. Εκτός αυτού, η Εγκουέν είχε το δικό της σχέδιο, το οποίο εξήγησε ενώ οι άλλες πλησίαζαν τις άλλες καρέκλες στο τραπέζι. Ήταν σαν να κάθονταν και να μιλούσαν στην κουζίνα. Μετακίνησε ακόμα παραπέρα το επιτραχήλιο.

«Λαμπρό σχέδιο». Το χαμόγελο της Ηλαίην έδειχνε ότι το εννοούσε. Αλλά, βέβαια, η Ηλαίην πάντα εννοούσε αυτό που έλεγε. «Τα άλλα δεν νόμιζα ότι θα πετύχουν, όμως αυτό είναι λαμπρό».

Η Νυνάβε ξεφύσηξε ενοχλημένη. «Τι σε κάνει να νομίζεις ότι ο Ματ θα το δεχτεί; Θα βάλει εμπόδια έτσι για πλάκα».

«Νομίζω ότι το υποσχέθηκε», είπε απλά η Εγκουέν κι η Νυνάβε ένευσε. Αργά, απρόθυμα, αλλά ένευσε. Η Ηλαίην φυσικά πήρε μια χαμένη έκφραση· δεν τον ήξερε. «Ηλαίην, ο Ματ κάνει ό,τι του καπνίσει· πάντα έτσι έκανε».

«Όσα γογγύλια κι αν έπρεπε να καθαρίσει μετά», μουρμούρισε η Νυνάβε, «όσο συχνά κι αν τον έδερναν με τη βέργα».

«Ναι, έτσι είναι ο Ματ», αναστέναξε η Εγκουέν. Ήταν το πιο ανεύθυνο παιδί στο Πεδίο του Έμοντ, ίσως και σ’ ολόκληρη την περιοχή των Δύο Ποταμών. «Μα όταν δώσει το λόγο του, τον κρατάει. Και νομίζω ότι υποσχέθηκε στον Ραντ να σε συνοδεύσει στο Κάεμλυν, Ηλαίην. Αν πρόσεξες, για μένα υποχώρησε κι άρχισε να με ρωτά», τουλάχιστον κατά μία έννοια,

«αλλά για σένα δεν άλλαξε στιγμή τροπάριο. Νομίζω ότι θα προσπαθήσει να γίνει η σκιά σου. Αλλά δεν θα τον αφήσουμε ούτε να σε δει, αν δεν κάνει αυτό που θέλουμε». Κοντοστάθηκε. «Ηλαίην, αν θέλεις να πας μαζί του, μπορείς. Στον Ραντ, εννοώ. Μόλις εξασφαλίσουμε όποιο όφελος μπορούμε από τον Ματ και την Ομάδα του».

Η Ηλαίην δεν δίστασε στιγμή πριν κουνήσει το κεφάλι, και το κούνησε με ζέση. «Όχι, το Έμπου Νταρ είναι πολύ σημαντικό». Ήταν μια νίκη, που κατά παράξενο τρόπο την είχαν κερδίσει με μια απλή υπόδειξη. Η Ηλαίην κι η Νυνάβε επρόκειτο να πάνε στη Μέριλιλ στην αυλή της Τάυλιν. «Τουλάχιστον, αν με πάρει από κοντά, θα έχω μερικές μέρες στη διάθεσή μου για να κοιτάξω το τερ’ανγκριάλ που κουβαλά πάνω του. Πρέπει να είναι τερ’ανγκριάλ, Εγκουέν. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση».

Η Εγκουέν δεν μπορούσε παρά να συμφωνήσει. Πριν σκόπευε απλώς να τον κουκουλώσει με Αέρα εκεί που στεκόταν, σαν μια ευγενική υπενθύμιση του ποια προσπαθούσε να σπρώξει, όμως οι ροές τον είχαν αγγίξει κι είχαν λιώσει. Μόνο έτσι μπορούσε να το περιγράψει. Είχαν πάψει να υπάρχουν τη στιγμή που τον άγγιζαν. Ακόμα ένιωθε μέσα της το σοκ της στιγμής, καθώς το θυμόταν, και συνειδητοποίησε ότι δεν ήταν η μόνη που ξαφνικά έσιαζε φουστάνια που δεν χρειάζονταν σιάξιμο.