Выбрать главу

«Θα μπορούσαμε να βάλουμε μερικούς Προμάχους να ψάξουν τις τσέπες του». Αυτή η εικόνα φαινόταν να ικανοποιεί τη Νυνάβε. «Να δούμε αν θα αρέσει αυτό στον Αφέντη Ματ Κώθον».

«Αν του πάρουμε πράγματα», είπε υπομονετικά η Εγκουέν, «δεν νομίζεις ότι θα κλωτσήσει όταν αρχίσουμε να του λέμε τι να κάνει;» Ο Ματ ποτέ δεν δεχόταν εύκολα διαταγές κι η συνηθισμένη αντίδρασή του στις Άες Σεντάι και τη Μία Δύναμη ήταν να αρπάζει την πρώτη ευκαιρία για να το σκάσει. Ίσως η υπόσχεσή του προς τον Ραντ να τον σταματούσε —πρέπει να του το είχε υποσχεθεί· τίποτα άλλο δεν εξηγούσε τη συμπεριφορά του— αλλά η Εγκουέν δεν θα το διακινδύνευε. Η Νυνάβε ένευσε, κάπως δύσθυμα.

«Ίσως...» Χτυπώντας τα δάχτυλά της στο τραπέζι, η Ηλαίην ατένισε στοχαστικά το άπειρο για μια στιγμή. «Ίσως μπορούμε να τον πάρουμε στο Έμπου Νταρ. Μ’ αυτόν τον τρόπο, θα έχω μια καλύτερη ευκαιρία να δω το τερ’ανγκριάλ. Μολονότι αν σταματά το σαϊντάρ, δεν ξέρω πώς θα μπορέσω να το εξετάσω ποτέ».

«Να πάρουμε μαζί αυτό το παλιοτόμαρο!» Η Νυνάβε ανακάθισε. «Δεν το εννοείς, Ηλαίην. Κάθε μέρα θα την κάνει φρίκη· είναι η ειδικότητα του. Δεν θα κάνει ποτέ αυτό που του λέμε. Εκτός αυτού, δεν θα το δεχόταν. Του έχει καρφωθεί η σκέψη να σε πάει στο Κάεμλυν, και δεν θα μπορέσεις να του τη βγάλεις όσο κι αν προσπαθήσεις».

«Αλλά αν θέλει να με φυλάει ώσπου να φτάσω στο Κάεμλυν», της είπε η Ηλαίην, «τότε δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να έρθει. Είναι τέλειο».

«Μπορεί να μην είναι κακή ιδέα», παρενέβη η Εγκουέν, ενώ η Νυνάβε έψαχνε για άλλο αντεπιχείρημα. Ακόμα της φαινόταν σωστό που τις έστελνε να βρουν τη γαβάθα, αλλά όσο περισσότερο σκεφτόταν πού θα έπρεπε να ψάξουν, τόσο πιο πολύ ανησυχούσε. «Η συνοδεία μερικών στρατιωτών ίσως είναι καλή ιδέα, εκτός αν διαλέξατε Προμάχους και δεν μου το είπατε. Ο Θομ κι ο Τζούιλιν κάνουν τη δουλειά τους, όπως κι η Μπιργκίτε, αλλά πάτε σε δύσκολο μέρος».

«Μερικοί στρατιώτες ίσως να βοηθήσουν», είπε η Ηλαίην, κοκκινίζοντας ελαφρά. «Αρκεί να ακολουθούν διαταγές».

Η Νυνάβε δεν κοίταξε την Ηλαίην, αλλά έκανε μια παύση πριν κουνήσει το κεφάλι οξύθυμα. «Δεν πάμε για να μονομαχήσουμε, Εγκουέν, όσο ευέξαπτοι κι αν είναι αυτοί οι Εμπουνταρινοί. Ο Θομ κι ο Τζούιλιν φτάνουν και περισσεύουν. Εγώ προσωπικά νομίζω ότι όλες αυτές οι ιστορίες που ακούμε λέγονται για να μας κάνουν να τα παρατήσουμε». Όλες είχαν ακούσει ιστορίες για το Έμπου Νταρ, από τότε που είχε διαδοθεί το νέο ότι θα πήγαιναν εκεί· η Τσέσα είχε ακούσει αρκετές, η καθεμιά πιο οικτρή και φρικαλέα από την προηγούμενη, για ξένους που σκοτώνονταν για μια στραβή ματιά πριν προλάβουν να βγάλουν άχνα, για γυναίκες που χήρευαν και παιδιά που ορφάνευαν για μια λέξη, για γυναίκες που τσακώνονταν στους δρόμους με μαχαίρια. «Όχι, αφού καταφέραμε να επιζήσουμε στο Τάντσικο μόνο με τον Θομ και τον Τζούιλιν, ενώ υπήρχε η Λίαντριν με μερικές Μαύρες αδελφές της εκεί γύρω, θα τα βγάλουμε πέρα μια χαρά στο Έμπου Νταρ χωρίς τον Ματ Κώθον και χωρίς στρατιώτες. Ο Ματ να κουμαντάρει στρατιώτες! Δεν θυμόταν ούτε τις αγελάδες του πατέρα του να αρμέξει, αν δεν τον κάθιζες στο σκαμνάκι και δεν του έδινες τον κουβά».

Η Εγκουέν άφησε ένα μικρό αναστεναγμό. Αυτό συνέβαινε κάθε φορά που μνημονευόταν η Μπιργκίτε· πάγωναν σαν να είχαν τρομάξει και μετά προσπερνούσαν το θέμα ή συνέχιζαν σαν να μην είχε αναφερθεί καθόλου. Με μια ματιά η Εγκουέν είχε πειστεί ότι η γυναίκα που ακολουθούσε την Εγκουέν και τη Νυνάβε —ειδικά την Ηλαίην, για κάποιο λόγο— ήταν η γυναίκα που είχε δει στον Τελ’αράν’ριοντ. Η Μπιργκίτε των θρύλων, η τοξότρια που δεν αστοχούσε ποτέ, ένας από τους νεκρούς ήρωες που περίμεναν το κάλεσμα του Κέρατος του Βαλίρ. Μια νεκρή ηρωίδα, όχι μια ζωντανή γυναίκα που τριγυρνούσε στους δρόμους του Σαλιντάρ, αλλά η ίδια γυναίκα παρ’ όλα αυτά. Η Ηλαίην ακόμα δεν είχε δώσει καμία εξήγηση, μόνο μουρμούριζε μαζεμένα κι αμήχανα ότι δεν μπορούσε να μιλήσει για κάτι για το οποίο είχαν συμφωνήσει να μη μιλήσουν. Όσο για την Μπιργκίτε, την ηρωίδα των θρύλων, εκείνη έστριβε πίσω ή χωνόταν σε σοκάκια όταν έβλεπε να την πλησιάζει η Εγκουέν. Ήταν αδύνατο να τη διατάξει να έρθει στο γραφείο της και να απαιτήσει εξηγήσεις· μπορεί να ένιωθε ανόητη μ’ αυτή την κατάσταση, αλλά είχε υποσχεθεί ότι δεν θα έκανε κάτι τέτοιο. Και στο κάτω-κάτω δεν έβλεπε τίποτα κακό σ’ αυτό. Απλώς ήθελε να μάθει γιατί. Και πώς.

Έδιωξε προς στιγμήν την Μπιργκίτε από τις σκέψεις της κι έσκυψε πάνω από το τραπέζι προς τη Νυνάβε. «Ίσως δεν μπορέσουμε να δώσουμε έτσι απλά διαταγές στον Ματ, αλλά δεν θα ήταν ωραίο να τον δούμε να βράζει από το θυμό του επειδή θα αναγκαστεί να γίνει σωματοφύλακάς σου;»