Выбрать главу

«Θα ήταν ωραίο θέαμα», είπε η Ηλαίην σκεπτικά, «αν ο Ραντ στ’ αλήθεια τον έκανε στρατηγό. Η μητέρα συχνά έλεγε ότι οι πιο άξιοι άνδρες δεν θέλουν να δέχονται διαταγές και πάντα αξίζει να τους διδάξεις. Δεν μπορώ να δω τον Ματ σαν έναν από τους πιο άξιους —η Λίνι λέει ότι “Οι βλάκες ακούνε μόνο τον εαυτό τους”— αλλά αν μπορέσουμε να του διδάξουμε αρκετά για να μην γελοιοποιηθεί τελείως εκεί που δεν θα υπάρχει κανείς για να τον σώσει, θα κάνουμε μια μεγάλη χάρη στον Ραντ. Εκτός αυτού, χρειάζομαι χρόνο για να εξετάσω εκείνο το τερ’ανγκριάλ».

Η Εγκουέν προσπάθησε να μη χαμογελάσει· η Ηλαίην έμπαινε κατευθείαν στο νόημα. Από την άλλη όμως, θα δοκίμαζε να μάθει τρόπους στον Ματ. Η Εγκουέν θα ήθελε να ήταν από μια μεριά να το δει αυτό. Συμπαθούσε την Ηλαίην και παραδεχόταν τη δύναμή της, αλλά σ’ αυτό το διαγωνισμό θα στοιχημάτιζε στον Ματ. Πως θα νικούσε με ελάχιστη διαφορά.

Η Νυνάβε υποχώρησε πεισματικά. Ο Ματ ήταν ξεροκέφαλος· θα έλεγε «κάτω», αν αυτές έλεγαν «πάνω», μόνο και μόνο για να τις πικάρει. Θα δημιουργούσε προβλήματα, έτσι στριμωγμένος που θα ήταν. Θα έπρεπε συνεχώς να τον ξετρυπώνουν από καπηλειά και χαρτοπαικτικά καταγώγια. Στο τέλος, κατέληξε να ισχυριστεί πως ο Ματ μάλλον θα έδινε μια τσιμπιά στην Ηλαίην την πρώτη φορά που θα του γυρνούσε την πλάτη, κι η Εγκουέν τότε κατάλαβε ότι οι αντιρρήσεις της κατέρρεαν. Ο Ματ μπορεί να κατανάλωνε αρκετό χρόνο κυνηγώντας τον ποδόγυρο, κάτι το οποίο η Εγκουέν κάθε άλλο παρά επιδοκίμαζε, όμως η Νυνάβε ήξερε πολύ καλά ότι ο Ματ μπορεί μεν να κοίταζε εκεί που δεν έπρεπε όταν δεν έπρεπε, αλλά είχε ένα αλλόκοτο χάρισμα να διαλέγει τις γυναίκες που ήθελαν να κυνηγηθούν, ακόμα και τις πλέον απίθανες. Δυστυχώς, πάνω που η Εγκουέν ήταν σίγουρη πως η Νυνάβε θα κατέθετε τα όπλα, ένα χτύπημα στην πόρτα ανήγγειλε τη Σέριαμ.

Η Σέριαμ δεν περίμενε να πάρει άδεια για να μπει· ποτέ δεν περίμενε. Με ψυχρό βλέμμα, φορώντας το γαλάζιο επώμιο της, κοντοστάθηκε κι έριξε μια ματιά στη Νυνάβε και την Ηλαίην. Παρ’ όλο που η Τηρήτρια ήταν δεύτερη μετά την Άμερλιν, δεν είχε πραγματική εξουσία επί των Άες Σεντάι, και βεβαίως δεν είχε την εξουσία να διώξει καμία από το γραφείο της Άμερλιν, όμως εκείνο το βλέμμα έλεγε καθαρά να φύγουν.

Η Ηλαίην σηκώθηκε ήρεμα, έκανε μια βαθιά γονυκλισία στην Εγκουέν. «Με την άδειά σου, Μητέρα, πρέπει να πάω να βρω την Αβιέντα».

Η Νυνάβε, αντιθέτως, διασταύρωσε το βλέμμα της με το βλέμμα της Σέριαμ, ώσπου η Εγκουέν ξερόβηξε και ξανάβαλε το ριγωτό επιτραχήλιο στους ώμους της.

Η Νυνάβε αναψοκοκκίνισε και σηκώθηκε όρθια. «Πρέπει κι εγώ να φεύγω. Η Τζάνυα είπε ότι ήθελε να μου μιλήσει για τα χαμένα Ταλέντα».

Η ανάκτηση αυτών των Ταλέντων δεν ήταν τόσο εύκολη όσο έλπιζε η Εγκουέν. Οι αδελφές μιλούσαν με προθυμία· το πρόβλημα ήταν να κάνουν τη Μογκέντιεν να καταλάβει τι εννοούσαν με μια αόριστη περιγραφή ή απλώς με ένα όνομα μερικές φορές, ελπίζοντας πως πράγματι ήξερε κάτι. Ήταν χρήσιμο να ξέρουν για παράδειγμα ότι η Ευθυγράμμιση του Καλουπιού έκανε τα μέταλλα ανθεκτικότερα, όμως εκείνη η γυναίκα ήξερε λιγότερα για τα μέταλλα απ’ όσα ήξερε για τη Θεραπεία, και τι στο Φως ήταν το Στριφογύρισμα, η Γαιοφωτιά, ή, τέλος, το Άρμεγμα των Δακρύων;

Η Μογκέντιεν φαινόταν ολοπρόθυμη, απεγνωσμένη να βοηθήσει, ειδικά από τότε που η Σιουάν είχε διδάξει στις άλλες το κολπάκι για να αγνοούν τη ζέστη. Όπως φαινόταν, είχε πει ψέματα γι’ αυτό στη Νυνάβε και την Ηλαίην. Πεπεισμένη ότι η Εγκουέν θα το θεωρούσε «το ένα ψέμα της», είχε πέσει παρακαλετικά στα γόνατα, κλαψουρίζοντας κι ικετεύοντας, με τα δόντια να χτυπούνε, φιλώντας τον ποδόγυρο των φουστανιών τους. Ασχέτως του αν ήθελε ή όχι να βοηθήσει, ο φόβος της είχε φτάσει σε νέα ύψη. Η συνεχής αηδιαστική βροχή του γυνυπετούς τρόμου ήταν αβάσταχτη. Παρά της προθέσεις της, το βραχιόλι του α’ντάμ τώρα ήταν στο πουγκί της Εγκουέν. Θα το έδινε στη Νυνάβε —και θα χαιρόταν που το είχε ξεφορτωθεί— αλλά αν το αντάλλασσαν μεταξύ τους μπροστά στις άλλες, κάποια στιγμή θα γεννούσαν σχόλια.

Αντιθέτως, είπε, «Νυνάβε, ίσως είναι καλύτερο για σένα να αποφεύγεις τον Ματ μέχρι να καταλαγιάσουν τα νεύρα του». Δεν ήξερε αν ο Ματ θα έκανε την απειλή του πράξη, αλλά η Νυνάβε μπορούσε να τον ωθήσει σ’ αυτό, κι από κει κι έπειτα δεν θα μπορούσες να την πείσεις για τίποτα. «Ή, τουλάχιστον, φρόντισε να του μιλάς μόνο μπροστά σε πολύ κόσμο. Ίσως μπροστά σε μερικούς Προμάχους».