Выбрать главу

«Τολμάμε, όμως, να μείνουμε τώρα εδώ; Ο Ματ δεν θα κάνει τίποτα, αλλά αρκούν μια χούφτα στρατιώτες του Άρχοντα Μπράυν που θα αποφασίσουν να πάρουν το ζήτημα στα χέρια τους». Η Εγκουέν κοίταξε συνοφρυωμένη τα φουστάνια της, τα έσιαξε σαν να σκεφτόταν ανήσυχα, κι αναστέναξε. «Όσο πιο πολύ καθόταν άπραγες με έναν στρατό Δρακορκισμένους να μας κοιτάζει, τόσο χειρότερα θα είναι. Δεν θα ξαφνιαστώ αν ακούσω φήμες ότι σκοπεύουν να μας επιτεθούν, κι ανθρώπους να λένε ότι πρέπει να επιτεθούμε πρώτες εμείς». Αν δεν πετύχαινε έτσι, θα εμφανίζονταν φήμες. Περί αυτού θα φρόντιζαν η Νυνάβε κι η Ηλαίην κι η Σιουάν κι η Ληάνε. Θα ήταν επικίνδυνο, μα σε αυτή την περίπτωση θα έβρισκε τρόπο να κάνει τον Ματ να υποχωρήσει πριν οξυνθεί ο ανταγωνισμός μεταξύ τους. «Έτσι που διαδίδονται οι φήμες, δεν θα ξαφνιαστώ αν σε ένα μήνα η μισή Αλτάρα πιστεύει ότι εμείς είμαστε Δρακορκισμένες». Αυτή τη φήμη θα τη σταματούσε, αν ήξερε πώς. Η Αίθουσα δεν έφερνε πια ευγενείς να δούνε τον Λογκαίν από τότε που είχε Θεραπευτεί, αλλά οι στρατολογητές του Μπράυν ακόμα έκαναν εξορμήσεις, ομάδες των Άες Σεντάι έψαχναν καινούριες μαθητευόμενες, κι οι άνδρες έκαναν το μακρύ ταξίδι προς τα κοντινότερα χωριά με τα κάρα και τις άμαξες τους για να αγοράσουν τρόφιμα. Αυτή η φήμη είχε εκατό δρόμους να ακολουθήσει, και χρειαζόταν μονάχα έναν. «Σέριαμ, νιώθω ότι είμαστε κλεισμένες σε κουτί, κι αν δεν βγούμε, τα πράγματα θα πάνε άσχημα. Πολύ άσχημα».

«Η απάντηση είναι να διώξεις τους Δρακορκισμένους», είπε η Σέριαμ, λιγότερο υπομονετικά από πριν. «Λυπάμαι που άφησα πάλι τον Ματ να μας ξεγλιστρήσει από τα χέρια, αλλά φοβάμαι ότι σ’ αυτό δεν υπάρχει απάντηση. Του είπες ότι απορρίπτεις την προσφορά του· πες του να φύγει».

«Μακάρι να ήταν τόσο απλό. Δεν νομίζω ότι θα φύγει αν απλώς του το ζητήσω, Σέριαμ. Υπαινίχθηκε ότι πρέπει να περιμένει εδώ μέχρι να συμβεί κάτι. Ίσως περιμένει διαταγές από τον Ραντ, ίσως τον Ραντ αυτοπροσώπως. Υπήρχε μια φήμη στην Καιρχίν ότι είχε συνηθίσει να Ταξιδεύει μερικές φορές μαζί με μερικούς από τους άνδρες που συγκεντρώνει. Εκείνους που τους διδάσκει να διαβιβάζουν, εννοώ. Δεν ξέρω τι θα κάνουμε σε αυτή την περίπτωση».

Η Σέριαμ την κοίταξε, ανασαίνοντας αρκετά βαριά για κάποια που υποτίθεται πως είχε τόσο γαλήνια χαρακτηριστικά.

Κάτι ακούστηκε να ξύνει την πόρτα και μέσα μπήκε η Ταμπίθα με ένα χτυπημένο ασημένιο δίσκο. Μη καταλαβαίνοντας την ατμόσφαιρα που επικρατούσε, άρχισε να βάζει στη σωστή θέση την πράσινη τσαγιέρα και τα φλιτζάνια, το ασημένιο βαζάκι με το μέλι και το κανατάκι με την κρέμα και τις δαντελωτές λινές πετσέτες, ώσπου τελικά η Σέριαμ την αποπήρε λέγοντάς της να φύγει τόσο απότομα που η Ταμπίθα τσίριξε, γούρλωσε τα μάτια κι έκανε μια γονυκλισία τόσο βαθιά που το κεφάλι της πλησίασε το πάτωμα και μετά το έβαλε στα πόδια.

Για μια στιγμή, η Σέριαμ έμεινε να σιάζει τα φουστάνια της ενώ ανακτούσε την αυτοκυριαρχία της. «Ίσως», είπε τελικά, απρόθυμα, «να ήταν αναγκαίο να φύγουμε τελικά από το Σαλιντάρ. Νωρίτερα απ’ όσο θα επιθυμούσα».

«Μα ο μόνος δρόμος που μας έμεινε είναι προς το βορρά», είπε η Εγκουέν, ανοίγοντας πλατιά τα μάτια. Μα το Φως, το σιχαινόταν αυτό που έκανε! «Θα φανεί ότι προχωρούμε εναντίον της Ταρ Βάλον».

«Το ξέρω αυτό», είπε η Σέριαμ, σχεδόν αγριεμένα. Πήρε μια ανάσα και μαλάκωσε τον τόνο της. «Συγχώρεσέ με, Μητέρα. Νιώθω λιγάκι... Δεν μ’ αρέσει να με πιέζουν, και φοβάμαι ότι ο Ραντ αλ’Θόρ μας πιέζει να ενεργήσουμε πριν να είμαστε έτοιμες».

«Θα του μιλήσω αυστηρά όταν τον δω», είπε η Εγκουέν. «Δεν μπορώ να φανταστώ τι θα έκανα χωρίς τις συμβουλές σου». Ίσως έβρισκε τρόπο να στείλει τη Σέριαμ να κάνει μαθήματα με τις Σοφές ως μαθητευόμενη. Η σκέψη της Σέριαμ μετά από ένα χρόνο με τη Σορίλεα την έκανε να χαμογελάσει με τρόπο που η Σέριαμ της ανταπέδωσε το χαμόγελο. «Με μέλι, ή πικρό;» είπε η Εγκουέν, σηκώνοντας την τσαγιέρα.

40

Αναπάντεχο Γέλιο

«Πρέπει να με βοηθήσεις να τους βάλω μυαλό», είπε ο Ματ με την πίπα στο στόμα. «Θομ, μ’ ακούς;» Κάθονταν πάνω σε βαρέλια μπύρας στη λιγοστή σκιά ενός μονώροφου σπιτιού, καπνίζοντας τις πίπες τους, κι ο κοκαλιάρης γερο-βάρδος έμοιαζε να ενδιαφέρεται περισσότερο για το γράμμα που του είχε στείλει ο Ραντ. Το έχωσε στην τσέπη του σακακιού του με τη σφραγίδα, που έδειχνε ένα δένδρο κι ένα στέμμα, άθικτη. Η οχλοβοή και το στρίγκλισμα των αξόνων από το δρόμο στην αρχή του σοκακιού έμοιαζαν απόμακρα. Ιδρώτας κυλούσε στα πρόσωπά τους. Τουλάχιστον ο Ματ είχε ξεμπερδέψει με ένα πράγμα προς το παρόν. Βγαίνοντας από το Μικρό Πύργο, είχε βρει ότι μια ομάδα Άες Σεντάι είχε πάρει κάπου αλλού την Αβιέντα· θα αργούσε να καρφώσει το μαχαίρι της σε οποιονδήποτε.