Выбрать главу

Ο Θομ έβγαλε την πίπα από το στόμα του. Είχε μακρύ επιστόμιο και σ’ όλη την επιφάνειά της είχε σκαλισμένα φύλλα βελανιδιάς και βελανίδια. «Ματ, κάποτε προσπάθησα να σώσω μια γυναίκα. Η Λαρίθα ήταν ένα τριαντάφυλλο που σε λίγο θα άνθιζε, παντρεμένη με έναν υποδηματοποιό, ένα θηρίο με άγριο βλέμμα, σε ένα χωριό όπου είχα κάνει μια στάση από το ταξίδι μου για λίγες μέρες. Ένα θηρίο. Της έβαζε τις φωνές αν το φαΐ δεν ήταν έτοιμο όταν αυτός ήθελε να φάει, την έδερνε με τη βέργα όταν την έβλεπε να λέει παραπάνω από δυο λόγια σε άλλο άνδρα».

«Θομ, εγώ μόνο θέλω να βάλω λίγο μυαλό σ’ αυτές τις χαζές. Μα το Χάσμα το Χαμού, τι σχέση έχουν αυτά που λες;»

«Άκου με που σου λέω, μικρέ. Στο χωριό ήταν κοινό μυστικό το πώς της φερόταν, όμως η Λαρίθα μου το είπε προσωπικά, ενώ αναστέναζε κι έλεγε ότι ήθελε να τη σώσει κάποιος. Εγώ είχα χρυσάφι στο πουγκί και μια πολυτελή άμαξα, έναν αμαξά κι έναν υπηρέτη. Ήμουνα νέος κι ωραίος». Ο Θομ χάιδεψε το μουστάκι του με τις αρθρώσεις των δαχτύλων του κι αναστέναξε· δύσκολα θα πίστευες ότι εκείνο το πρόσωπο με το ηλιοψημένο πετσί ήταν ποτέ όμορφο. Ο Ματ βλεφάρισε. Άμαξα; Από πού κι ως πού ένας βάρδος είχε ποτέ άμαξα; «Ματ, τα βάσανα της γυναίκας μου μάτωναν την καρδιά. Και δεν θα αρνηθώ ότι το πρόσωπό της μ’ έκανε να καρδιοχτυπώ. Όπως είπα, ήμουνα νέος· νόμιζα πως ήμουν ερωτευμένος, ήρωας βγαλμένος από τα παραμύθια. Μια μέρα λοιπόν, εκεί που καθόμουν κάτω από μια ανθισμένη μηλιά —μακριά από το σπίτι του υποδηματοποιού— προσφέρθηκα να την πάρω από κει. Θα της πρόσφερα υπηρέτρια και σπίτι δικό της, και θα τη φλέρταρα με τραγούδια και στίχους. Όταν τέλος κατάλαβε τι έλεγα, με κλώτσησε τόσο δυνατά στο γόνατο που ένα μήνα κούτσαινα, και με χτύπησε με το παγκάκι».

«Τους αρέσει να κλωτσάνε», μουρμούρισε ο Ματ, ενώ ανακάθιζε στο βαρέλι. «Υποθέτω πως δεν σε πίστεψε, και ποιος θα την κατηγορούσε γι’ αυτό;»

«Πώς δεν με πίστεψε. Κι εξοργίστηκε που νόμιζα ότι θα έφευγε ποτέ από τον πολυαγαπημένο της σύζυγο. Δική της η λέξη· πολυαγαπημένος. Έτρεξε να τον βρει όσο πιο γρήγορα μπορούσε, κι εγώ είχα την επιλογή να τον σκοτώσω ή να χωθώ στην άμαξά μου. Αναγκάστηκα να αφήσω πίσω ό,τι είχα και δεν είχα. Φαντάζομαι πως ακόμα ζει μαζί του όπως και πριν. Σφίγγει γερά το πουγκί στα χέρια της και του ανοίγει το κεφάλι μ’ ό,τι βρίσκει πρόχειρο κάθε φορά που εκείνος περνά από το πανδοχείο για μια μπυρίτσα. Όπως έκανε πάντα, όπως έμαθα αργότερα ρωτώντας διακριτικά». Ξανάχωσε την πίπα ανάμεσα στα δόντια του σαν να είχε ολοκληρώσει το επιχείρημα του.

Ο Ματ έξυσε το κεφάλι του. «Δεν καταλαβαίνω τι σχέση έχουν αυτά με το τώρα».

«Απλώς ότι δεν πρέπει να νομίζεις ότι ξέρεις ολόκληρη την ιστορία όταν έχεις ακούσει μόνο ένα μέρος της. Φερ’ ειπείν, ξέρεις ότι η Ηλαίην κι η Νυνάβε θα φύγουν για το Έμπου Νταρ σε μια-δυο μέρες; Ο Τζούιλιν κι εγώ θα πάμε μαζί τους».

«Στο Έμπου...!» Ο Ματ μόλις που πρόφτασε να πιάσει την πίπα του πριν αυτή πέσει στα ξερόχορτα που έστρωναν χαλί στο στενάκι. Ο Ναλέσεν είχε πει κάποιες ιστορίες για μια επίσκεψη στο Έμπου Νταρ· ακόμα κι αν προσμετρούσες το ότι συνήθιζε να υπερβάλλει όταν μιλούσε για τις γυναίκες που είχε γνωρίσει και τους καυγάδες όπου είχε μπλέξει, φαινόταν άσχημο μέρος. Ώστε έτσι, νόμιζαν ότι μπορούσαν να φυγαδεύσουν την Ηλαίην κάτω από τη μύτη του; «Θομ, πρέπει να με βοηθήσεις να—»

«Να κάνουμε τι;» τον έκοψε ο Θομ. «Να τις κλέψουμε από τον υποδηματοποιό;» Φύσηξε μια κορδέλα γαλάζιου καπνού. «Δεν κάνω τέτοιο πράγμα, μικρέ. Ακόμα δεν άκουσες ολόκληρη την ιστορία. Τι γνώμη έχεις για την Εγκουέν και τη Νυνάβε; Τώρα που το σκέφτομαι, πες καλύτερα μόνο για την Εγκουέν».

Ο Ματ έσμιξε τα φρύδια, αναρωτήθηκε αν ο Θομ νόμιζε ότι μπορούσε να τους μπερδέψει όλους λέγοντας και ξαναλέγοντας τα ίδια. «Μου αρέσει η Εγκουέν. Την... Που να καώ, Θομ, είναι η Εγκουέν, αυτό τα λέει όλα. Γι’ αυτό προσπαθώ να τη σώσω».

«Να τη σώσεις από τον υποδηματοποιό, εννοείς», μουρμούρισε ο Θομ, όμως ο Ματ συνέχισε απτόητος.

«Να σώσω την Εγκουέν, και την Ηλαίην επίσης· ακόμα και τη Νυνάβε, αν κρατηθώ και δεν την καρυδώσω με τα ίδια μου τα χέρια. Φως μου! Το μόνο που θέλω είναι να τις βοηθήσω. Εκτός αυτού, ο Ραντ θα καρυδώσει εμένα αν πάθει τίποτα η Νυνάβε».

«Σκέφτηκες άραγε να τις βοηθήσεις να κάνουν αυτό που θέλουν αντί γι’ αυτό που θέλεις εσύ; Αν έκανα εγώ αυτό που ήθελα, θα είχα βάλει την Ηλαίην στο άλογο και θα καλπάζαμε για το Άντορ. Αυτή έχει ανάγκη να κάνει άλλα πράγματα —έχει ανάγκη, έτσι νομίζω— κι έτσι την παίρνω από κοντά, και με λούζει ο ιδρώτας μέρα-νύχτα μη τυχόν και τη σκοτώσει κανένας πριν τον προλάβω. Όταν είναι έτοιμη, θα πάει στο Κάεμλυν». Ρούφηξε μακάρια την πίπα του, αλλά η φωνή του στο τέλος είχε λίγη ένταση, σαν να μην του άρεσαν αυτά που έλεγε παρ’ όλο που έτσι προσποιούνταν.