«Μου φαίνεται ότι θέλουν να χαρίσουν το τομάρι τους στην Ελάιντα». Ώστε ο Θομ θα έβαζε εκείνο το χαζό κοριτσόπουλο στο άλογο, ε; Ένας βάρδος που θα έστελνε την Κόρη-Διάδοχο να στεφθεί! Ο Θομ είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του.
«Ματ, δεν είσαι βλάκας», είπε χαμηλόφωνα ο Ματ. «Ξέρεις τι τρέχει. Η Εγκουέν... Είναι δύσκολο να σκεφτεί κανείς αυτό το κοριτσάκι ως Άμερλιν...» Ο Ματ γρύλισε ξινά, συμφωνώντας· ο Θομ δεν του έδωσε σημασία. «...όμως πιστεύω ότι έχει τα κότσια γι’ αυτό. Είναι νωρίς για να πει κανείς αν μερικά πράγματα συμβαίνουν τυχαία, αλλά άρχισα να πιστεύω ότι ίσως έχει και το μυαλό που χρειάζεται. Το ερώτημα είναι, είναι αρκετά σκληρή; Αν δεν είναι, τότε θα τη φάνε ζωντανή —με τα κότσια, με το μυαλό, με τα πάντα».
«Ποιες; Η Ελάιντα;»
«Α, αυτή. Αν βρει την ευκαιρία· είναι σκληρή γυναίκα. Όμως οι Άες Σεντάι εδώ πέρα σχεδόν δεν τη θεωρούν Άες Σεντάι την Εγκουέν· ίσως την έχουν για Άμερλιν, αλλά όχι για Άες Σεντάι, αν κι είναι δύσκολο να το πιστέψεις αυτό». Ο Θομ κούνησε το κεφάλι. «Δεν το καταλαβαίνω, μα είναι αλήθεια. Το ίδιο ισχύει για την Ηλαίην και τη Νυνάβε. Προσπαθούν να το κρατήσουν μεταξύ τους, όμως ακόμα κι οι Άες Σεντάι δεν κρύβουν όσα νομίζουν, αρκεί να τις παρακολουθείς με προσοχή και να βάλεις το μυαλό σου να δουλέψει». Ξανάβγαλε το γράμμα, το στριφογύρισε στα χέρια του δίχως να το κοιτάξει. «Η Εγκουέν περπατά στο χείλος του γκρεμού, Ματ, κι υπάρχουν τρεις κλίκες εδώ στο Σαλιντάρ —τρεις που ξέρω στα σίγουρα— οι οποίες ίσως τη σπρώξουν να πέσει, αν κάνει ένα λάθος βήμα. Αν συμβεί αυτό, μετά θα έρθει η σειρά της Ηλαίην, κι επίσης της Νυνάβε. Ή ίσως να σπρώξουν πρώτα αυτές, για να γκρεμίσουν εκείνη».
«Εδώ στο Σαλιντάρ», είπε ο Ματ, με ανέκφραστη φωνή. Ο Θομ ένευσε γαλήνια, κι ο Ματ δεν μπόρεσε να μην υψώσει τη φωνή του. «Και θέλεις να τις αφήσω εδώ;»
«Θέλω να μη νομίζεις πια ότι μπορείς να τις αναγκάσεις να κάνουν κάτι. Αποφάσισαν τι θα κάνουν, κι αυτό δεν μπορείς να το αλλάξεις. Αλλά ίσως —ίσως, λέω— μπορείς να με βοηθήσεις να τις προστατεύσω».
Ο Ματ πετάχτηκε όρθιος. Στο κεφάλι του είχε την εικόνα μιας γυναίκας με ένα μαχαίρι να ξεφυτρώνει ανάμεσα στα στήθια της· δεν ήταν κάποια από τις δανεικές αναμνήσεις. Κλώτσησε το βαρελάκι στο οποίο καθόταν, στέλνοντάς το να κυλήσει στο στενό. Θα βοηθούσε έναν βάρδο να τις υπερασπιστεί; Μια αχνή θύμηση σάλεψε μέσα του, κάτι για έναν Μπέηζελ Γκιλ, έναν πανδοχέα του Κάεμλυν, που έλεγε κάτι για τον Θομ, αλλά ήταν σαν αχλύ και διαλύθηκε όταν προσπάθησε να την αδράξει. «Από ποιον είναι το γράμμα, Θομ; Από κάποια άλλη γυναίκα που έσωσες; Ή μήπως την άφησες εκεί που θα της έκοβαν το κεφάλι;»
«Την άφησα», είπε ο Θομ μαλακά. Σηκώθηκε κι απομακρύνθηκε δίχως άλλη κουβέντα.
Ο Ματ έκανε να απλώσει το χέρι και να τον σταματήσει, έκανε να μιλήσει. Αλλά δεν ήξερε τι να πει. Τρελόγερε! Όχι, δεν ήταν τρελός. Η Εγκουέν ήταν πεισματάρα σαν μουλάρι, και μπροστά στη Νυνάβε φαινόταν πειθήνια. Το χειρότερο ήταν ότι κι οι δύο ήταν ικανές να σκαρφαλώσουν στο δένδρο για να δουν πιο καλά τους κεραυνούς. Όσο για την Ηλαίην, οι αριστοκράτισσες δεν είχαν αρκετό μυαλό για να μπουν μέσα όταν έπιανε βροχή. Και μετά αγανακτούσαν όταν γίνονταν μούσκεμα.
Χτύπησε την πίπα του να την αδειάσει, πάτησε τα αποκαΐδια του ταμπάκ για να μην αρπάξουν φωτιά τα ξερόχορτα, κι ύστερα σήκωσε το καπέλο του από το χώμα και προχώρησε κούτσα-κούτσα προς το δρόμο. Χρειαζόταν πληροφορίες από καλύτερες πηγές κι όχι από έναν βάρδο που είχε πάθει παρακρούσεις μεγαλείου τριγυρνώντας με μια ψηλομύτα Κόρη-Διάδοχο. Είδε στ’ αριστερά του τη Νυνάβε να βγαίνει από τον Μικρό Πύργο και ξεκίνησε να την πλησιάσει, κάνοντας ζιγκ-ζαγκ ανάμεσα σε φορτωμένες άμαξες που τις έσερναν βόδια ή άλογα. Αυτή μπορούσε να του πει αυτά που ήθελε να μάθει. Αν δεχόταν να του τα πει. Ο γοφός του τον σούβλιζε. Που να καώ, μου χρωστά μερικές απαντήσεις.
Εκείνη τη στιγμή η Νυνάβε τον αντίκρισε και μαρμάρωσε. Τον κοίταξε για μια στιγμή να τη ζυγώνει και μετά ξαφνικά το έσκασε προς την αντίθετη κατεύθυνση, προσπαθώντας ολοφάνερα να τον αποφύγει. Κοίταξε δυο φορές πάνω από τον ώμο της και μετά την έκρυψαν οι άνθρωποι και τα κάρα.
Ο Ματ κοντοστάθηκε μουτρωμένος και χαμήλωσε το καπέλο στο κούτελο του. Πρώτα τον κλωτσούσε δίχως λόγο και τώρα δεν ήθελε να του μιλήσει. Θα τον άφηναν να βράσει στο ζουμί του, η Νυνάβε κι η Εγκουέν, ώσπου στο τέλος θα έτρεχε ταπεινά όταν κουνούσαν το δάχτυλο. Λάθος άνθρωπο διάλεξαν για το παιχνιδάκι τους, που καούν τα τομάρια τους!
Ο Βάνιν κι οι άλλοι ήταν έξω από ένα στάβλο πλάι σε ένα πέτρινο κτήριο που σίγουρα κάποτε ήταν πανδοχείο. Τώρα μέσα μπαινόβγαιναν Άες Σεντάι. Ο Πιπς και τα άλλα άλογά τους ήταν δεμένα σε ένα οριζόντιο δοκάρι, κι ο Βάνιν με τους δύο ανιχνευτές που είχαν συλληφθεί έγερναν γονατιστοί στον τοίχο. Ο Μαρ κι ο Λάντγουιν ήταν όσο πιο διαφορετικοί μπορούσαν να είναι δύο άνθρωποι, ο ένας ψηλός, κοκαλιάρης με τραχύ πρόσωπο, ο άλλος κοντός, σωματώδης με γλυκό ύφος, αλλά κι οι δύο πήραν ντροπιασμένη έκφραση όταν τους πλησίασε ο Ματ. Ακόμα δεν είχαν χωνέψει το πόσο εύκολα είχαν συλληφθεί. Οι δύο στρατιώτες στέκονταν παγωμένοι, κρατώντας ακόμα τα λάβαρα σφιγμένα στα κοντάρια λες κι αυτό είχε νόημα πια. Έμοιαζαν κάπως ανήσυχοι. Άλλο πράγμα ήταν η μάχη κι άλλο τόσες Άες Σεντάι. Στη μάχη ο άνδρας είχε μια πιθανότητα. Υπήρχαν δύο Πρόμαχοι που τους παρακολουθούσαν. Όχι απροκάλυπτα, και μάλιστα στέκονταν απέναντι από τη μάντρα του στάβλου, όμως δεν είχαν διαλέξει εκείνο το μέρος που το έδερνε ο ήλιος, μόνο και μόνο για να πουν δυο κουβέντες.