Выбрать главу

Ο Ματ χάιδεψε τη μύτη του Πιπς και μετά εξέτασε τα μάτια του αλόγου. Ένας άνδρας με δερμάτινο γιλέκο βγήκε από το στάβλο στο δρόμο, σπρώχνοντας ένα καροτσάκι με κοπριά. Ο Βάνιν πλησίασε και κοίταξε τα μάτια του Πιπς. Χωρίς να τον κοιτάξει, ο Ματ είπε, «Μπορείς να φτάσεις την Ομάδα;»

«Ίσως». Ο Βάνιν έσμιξε τα φρύδια και σήκωσε το μάτι του Πιπς. «Με λίγη τύχη, ίσως. Δεν θα μ’ άρεσε όμως ν’ αφήσω το άλογο μου».

Ο Ματ ένευσε, κοιτώντας πιο κοντά το μάτι. «Πες στον Ταλμέηνς ότι είπα να κάτσει στ’ αυγά του. Μπορεί να μείνω μερικές μέρες εδώ, και δεν θέλω να επιχειρήσει κανείς να με σώσει. Προσπάθησε να ξαναγυρίσεις εδώ. Δίχως να σε δουν, αν μπορέσεις».

Ο Βάνιν έφτυσε στην άμμο κάτω από τον Πιπς. «Ο άνδρας που μπλέκεται με τις Άες Σεντάι, φορά μόνος του το χαλινάρι και σέλα στην πλάτη του. Θα γυρίσω όταν μπορέσω». Κουνώντας το κεφάλι, χάθηκε στο πλήθος, ένας χοντρός, ατημέλητος άνδρας με αβέβαιο βήμα που δεν τον υποψιαζόσουν ότι μπορούσε να τρυπώσει κρυφά οπουδήποτε.

Ένας στρατιώτης ξερόβηξε διστακτικά και πλησίασε. «Άρχοντά μου, είναι όλα...; Αυτό δεν σχεδίαζες, ε, Άρχοντά μου;»

«Όλα σύμφωνα με το σχέδιο, Βέρντιν», είπε ο Ματ, χτυπώντας μαλακά τον Πιπς. Ήταν χωμένος ως το κεφάλι μέσα στο σάκο, και τα κορδόνια ήταν δεμένα γερά. Είχε υποσχεθεί στον Ραντ να πάει την Ηλαίην σώα κι ασφαλή στο Κάεμλυν, και δεν μπορούσε να φύγει χωρίς αυτήν. Κι από την άλλη δεν μπορούσε να φύγει και να αφήσει την Εγκουέν να βάλει τη θηλιά στο λαιμό της. Ίσως έπρεπε —μα το Φως, πώς τον έτσουζε αυτό!— ίσως έπρεπε να ακολουθήσει τη συμβουλή του Θομ. Μα το αίμα και τις στάχτες, για να τις προστατεύσει, θα έπρεπε να τις βοηθήσει να πετύχουν σ’ αυτό το παλαβό σχέδιο τους. Ενώ παρεμπιπτόντως θα έπρεπε να προσέχει και το δικό του τομάρι. Και σαν να μην έφταναν αυτά, θα έπρεπε να φυλάει την Αβιέντα για να μην κόψει το λαιμό της Ηλαίην. Τουλάχιστον θα ήταν δίπλα τους για να τις φυγαδεύσει όταν θα ερχόταν το χάος. Κάτι που δεν αποτελούσε μεγάλη παρηγοριά. «Όλα είναι μέλι-γάλα, που να πάρει».

Η Ηλαίην περίμενε ότι θα έβρισκε την Αβιέντα στην αίθουσα αναμονής ή ίσως απ’ έξω, όμως δεν χρειάστηκε να ακούσει πολλά για να καταλάβει γιατί δεν ήταν ούτε στο ένα μέρος ούτε στο άλλο. Δύο θέματα συζήτησης κυριαρχούσαν ανάμεσα στις άλλες Άες Σεντάι, και συζητούσαν όλες τους, με τα χαρτιά ξεχασμένα στα τραπέζια. Τα περισσότερα στόματα μιλούσαν για τον Ματ· ακόμα κι οι υπηρέτριες κι οι μαθητευόμενες που τριγυρνούσαν πολυάσχολα στην αίθουσα αναμονής κοντοστέκονταν στις δουλειές τους για να μιλήσουν γι’ αυτόν. Ήταν τα’βίρεν. Ήταν, άραγε, ασφαλές να αφήσουν έναν τα’βίρεν να παραμείνει στο Σαλιντάρ; Στ’ αλήθεια είχε βρεθεί στον Πύργο απ’ όπου απλώς τον είχαν αφήσει να φύγει; Ήταν αλήθεια ότι διοικούσε το στρατό των Δρακορκισμένων; Θα συλλαμβανόταν για τις φρικαλεότητες για τις οποίες είχαν ακούσει; Στ’ αλήθεια ήταν από το ίδιο χωριό με τον Αναγεννημένο Δράκοντα και την Άμερλιν; Υπήρχαν φήμες για δύο τα’βίρεν που είχαν σχέση με τον Αναγεννημένο Δράκοντα· ποιος ήταν ο δεύτερος, και πού μπορούσαν να τον βρουν; Ίσως να ήξερε ο Ματ Κώθον. Έμοιαζαν να υπάρχουν τόσες γνώμες όσες κι άνθρωποι που τις ξεστόμιζαν.

Υπήρχαν δύο ερωτήματα που η Ηλαίην περίμενε να ακούσει και δεν τα άκουγε. Τι ήθελε ο Ματ στο Σαλιντάρ, και πώς ήξερε ο Ραντ που να τον στείλει; Καμία δεν έκανε αυτές τις ερωτήσεις, αλλά έβλεπες εδώ μια Άες Σεντάι να σιάζει ξαφνικά το επώμιο της σαν να την είχε πιάσει κρύο ή να τινάζεται συνειδητοποιώντας ότι κάποιος της είχε μιλήσει, κι εκεί μια υπηρέτρια να ατενίζει απλανώς μέσα στο δωμάτιο πριν συνέλθει κουνώντας το κεφάλι, κι αλλού μια μαθητευόμενη να ρίχνει φοβισμένες ματιές στις αδελφές. Ο Ματ δεν ήταν ακριβώς μια γάτα ανάμεσα στα περιστέρια, αλλά ήταν κάτι παρόμοιο. Και μόνο το γεγονός ότι ο Ραντ ήξερε πού βρίσκονταν, έφερνε ρίγος.