Η Αβιέντα προκαλούσε λιγότερα σχόλια, όμως οι αδελφές δεν μπορούσαν να μη μιλήσουν γι’ αυτήν, κι όχι μόνο για να αλλάξουν θέμα. Δεν εμφανιζόταν κάθε μέρα μια αδέσποτη από μόνη της, ειδικά με τόση αξιοσημείωτη δύναμη, η οποία εκτός αυτού ήταν κι Αελίτισσα. Αυτό το τελευταίο συνάρπαζε όλες τις αδελφές. Καμία Αελίτισσα ποτέ δεν είχε εκπαιδευθεί στον Πύργο κι ελάχιστες Άες Σεντάι είχαν μπει ποτέ στην Ερημιά του Άελ.
Μια ερώτηση άρκεσε για να μάθει πού την κρατούσαν. Μπορεί τυπικά να μην είχε συλληφθεί, όμως η Ηλαίην ήξερε τι μπορούσαν να κάνουν οι Άες Σεντάι όταν ήθελαν μια γυναίκα να την κάνουν μαθητευόμενη.
«Μέχρι να βραδιάσει θα είναι μαθητευόμενη», είπε με βεβαιότητα η Ακαρίν. Ήταν μια λεπτή Καφέ αδελφή, που ένευε για έμφαση σχεδόν με κάθε λέξη. Οι δύο αδελφές μαζί της ένευαν εξίσου σίγουρες.
Μ’ ένα χαμηλόφωνο τσκ! τσκ!, η Ηλαίην βγήκε γοργά στο δρόμο. Μπροστά της είδε τη Νυνάβε που σχεδόν έτρεχε, κοιτώντας πάνω από τον ώμο της τόσο συχνά που όλο έπεφτε πάνω σε ανθρώπους. Η Ηλαίην σκέφτηκε να την προφτάσει —δεν θα έλεγε όχι για λίγη παρέα— αλλά δεν ήθελε να αρχίσει να τρέχει μέσα σ’ αυτό το λιοπύρι, έστω κι αν ήξερε το κολπάκι της αυτοσυγκέντρωσης, κάτι που έμοιαζε να είναι ο μόνος τρόπος για να τη φτάσει. Πάντως ανασήκωσε τα φουστάνια της και προχώρησε πιο γρήγορα.
Πριν κάνει πενήντα βήματα, ένιωσε την Μπιργκίτε να πλησιάζει και γυρνώντας την είδε να τρέχει πιο κάτω στο δρόμο. Ήταν μαζί της η Αράινα, που όμως σταμάτησε λίγο πιο πέρα και σταύρωσε τα χέρια κατσουφιάζοντας. Ήταν ένα ανυπόφορο παλιοθήλυκο και δεν είχε αλλάξει άποψη τώρα που η Ηλαίην ήταν πραγματική Άες Σεντάι.
«Σκέφτηκα ότι πρέπει να το μάθεις», είπε χαμηλόφωνα η Μπιργκίτε. «Μόλις άκουσα πως όταν φύγουμε για το Έμπου Νταρ, θα έρθουν μαζί μας η Βαντέν κι η Αντελέας».
«Κατάλαβα», μουρμούρισε η Ηλαίην. Ίσως για κάποιο λόγο αυτές οι δύο πήγαιναν να βρουν τη Μέριλιλ, μολονότι υπήρχαν ήδη τρεις Άες Σεντάι στην αυλή της Τάυλιν, ή ίσως να είχαν κάποια δική τους αποστολή στο Έμπου Νταρ. Δεν πίστευε ούτε το ένα ούτε το άλλο. Η Αράινα είχε πάρει την απόφασή της, το ίδιο κι η Αίθουσα. Την Ηλαίην και τη Νυνάβε επρόκειτο να τις συνοδεύσουν δύο πραγματικές Άες Σεντάι ως κηδεμόνες τους. «Φαντάζομαι να αντιλαμβάνεται ότι αυτή δεν θα έρθει».
Η Μπιργκίτε έριξε μια ματιά εκεί που κοίταζε η Ηλαίην, δηλαδή την Αράινα, κι ανασήκωσε τους ώμους. «Το καταλαβαίνει· δεν χαίρεται γι’ αυτό. Εγώ προσωπικά ανυπομονώ να φύγω».
Η Ηλαίην δίστασε μόνο για μια στιγμή. Είχε υποσχεθεί να κρατήσει το μυστικό, κάτι που δεν της άρεσε, αλλά δεν είχε υποσχεθεί να εγκαταλείψει την προσπάθεια να πείσει την άλλη γυναίκα ότι δεν υπήρχε ούτε λόγος γι’ αυτό, ούτε νόημα. «Μπιργκίτε, η Εγκουέν—»
«Όχι!»
«Γιατί όχι;» Λίγο καιρό αφ’ ότου η Ηλαίην είχε κάνει τη Μπιργκίτε Πρόμαχο της, είχε αποφασίσει ότι όταν θα δέσμευε τον Ραντ, με κάποιον τρόπο θα τον κατάφερνε να ορκιστεί ότι θα έκανε ό,τι του έλεγε, τουλάχιστον στα σημαντικά ζητήματα. Αργότερα είχε αποφασίσει να συμπεριλάβει κι άλλον έναν όρο. Ο Ραντ θα έπρεπε να απαντά στις ερωτήσεις της. Η Μπιργκίτε απαντούσε όταν η ίδια ήθελε, κατέφευγε σε υπεκφυγές όταν δεν ήθελε, και μερικές φορές απλώς μουλάρωνε, όπως τώρα. «Πες μου γιατί όχι, κι αν είναι καλός ο λόγος, δεν θα σε ξαναρωτήσω».
Στην αρχή η Μπιργκίτε την αγριοκοίταξε, αλλά μετά πήρε την Ηλαίην από το μπράτσο και σχεδόν την πήγε σέρνοντας στην αρχή ενός σοκακιού. Κανένας περαστικές δεν τους έριξε δεύτερη ματιά, κι η Αράινα έμεινε εκεί που στεκόταν, αν και πιο βλοσυρή από πριν, αλλά η Μπιργκίτε κοίταξε ολόγυρα με προσοχή και μίλησε ψιθυριστά. «Πάντα όταν με έβγαζε έξω ο Τροχός, γεννιόμουν, ζούσα και πέθαινα χωρίς ποτέ να μάθω ότι ήμουν δεσμευμένη στον Τροχό. Αυτό το ήξερα μόνο στο ενδιάμεσο, στον Τελ’αράν’ριοντ. Μερικές φορές γινόμουν γνωστή, ακόμα και διάσημη, αλλά ήμουν όπως όλους τους άλλους, όχι κάποιο πλάσμα του θρύλου. Αυτή τη φορά δεν με έβγαλε έξω ο Τροχός, αλλά με ξερίζωσαν. Για πρώτη φορά ξέρω ποια είμαι ενώ φορώ σάρκα. Για πρώτη φορά, μπορούν να το μάθουν κι άλλοι άνθρωποι. Ο Θομ κι ο Τζούιλιν το ξέρουν· κρατούν το στόμα τους κλειστό, αλλά είμαι σίγουρη ότι ξέρουν. Δεν με κοιτούν όπως κοιτάζουν άλλους ανθρώπους. Αν έλεγα ότι θα σκαρφαλώσω ένα γυάλινο βουνό για να σκοτώσω έναν γίγαντα με τα άδεια μου χέρια, θα ρωτούσαν αν θέλω βοήθεια στο δρόμο, και δεν θα περίμεναν να πω ναι».
«Δεν καταλαβαίνω», είπε αργά η Ηλαίην, κι η Μπιργκίτε αναστέναξε κι έσκυψε το κεφάλι.
«Δεν ξέρω αν μπορώ να αντεπεξέλθω σ’ αυτό. Σε άλλες ζωές, έκανα ό,τι έπρεπε να κάνω, αυτό που φαινόταν σωστό, κάτι που αρκούσε όταν ήμουν η Μέριον ή η Τζοάνα ή οποιαδήποτε άλλη γυναίκα. Τώρα, είμαι η Μπιργκίτε των παραμυθιών. Όσοι με ξέρουν θα έχουν προσδοκίες. Νιώθω σαν χορεύτρια καπηλειού που μπήκε σε Τοβανό κονκλάβιο».