Выбрать главу

Η Ηλαίην δεν ρώτησε· όταν η Μπιργκίτε ανέφερε πράγματα από τις παρελθούσες ζωές της, οι εξηγήσεις συχνά τη μπέρδευαν περισσότερο από την άγνοια της. «Αυτά είναι χαζομάρες», είπε, πιάνοντας την άλλη από τα μπράτσα. «Εγώ το ξέρω, και δεν περιμένω να σκοτώσεις γίγαντες. Ούτε κι η Εγκουέν. Κι εκείνη ήδη το ξέρει».

«Όσο δεν το παραδέχομαι», μουρμούρισε η Μπιργκίτε, είναι σαν να μην το ξέρει. Μην πεις ότι κι αυτό είναι χαζομάρα· ξέρω ότι είναι, αλλά δεν αλλάζει τίποτα».

«Τότε για σκέψου αυτό. Είναι η Άμερλιν κι εσύ είσαι μία Πρόμαχος. Δικαιούται την εμπιστοσύνη σου, Μπιργκίτε. Τη χρειάζεται».

«Τελείωσες αυτό που την ήθελες;» ρώτησε απαιτητικά η Αράινα, ένα βήμα παραπέρα. «Αφού θα φύγεις και θα με παρατήσεις, το λιγότερο που μπορείς να κάνεις είναι να με βοηθήσεις στην τοξοβολία, όπως είχες πει ότι θα κάνεις».

«Θα το σκεφτώ», είπε χαμηλόφωνα η Μπιργκίτε στην Ηλαίην. Στράφηκε προς την Αράινα, της έπιασε την πλεξούδα από τη ρίζα. «Θα μιλήσουμε για τοξοβολία», είπε, σπρώχνοντάς τη στο δρόμο, «αλλά πρώτα θα μιλήσουμε για τρόπους».

Κουνώντας το κεφάλι, η Ηλαίην ξαφνικά θυμήθηκε την Αβιέντα και προχώρησε βιαστικά. Το σπίτι δεν απείχε πολύ.

Στην αρχή δεν αναγνώρισε την Αβιέντα. Η Ηλαίην είχε συνηθίσει να τη βλέπει με το καντιν’σόρ, με τα σκουροκόκκινα μαλλιά της κομμένα κοντά, κι όχι έτσι, φορώντας φούστα, μπλούζα κι επώμιο, με τα μαλλιά να χύνονται στους ώμους σε ένα διπλωμένο μαντίλι για να μην πέφτουν στο πρόσωπό της. Με την πρώτη ματιά, δεν φαινόταν να αντιμετωπίζει κάποια δυσκολία. Καθόταν άβολα σε μια καρέκλα —οι Αελίτες δεν ήταν συνηθισμένοι στις καρέκλες— κι έμοιαζε να πίνει ήρεμα το τσάι της με πέντε αδελφές σε κύκλο στο καθιστικό. Τα σπίτια που φιλοξενούσαν τις Άες Σεντάι είχαν τέτοια δωμάτια, αν κι η Ηλαίην κι η Νυνάβε ακόμα έμεναν στο στενό δωμάτιο τους. Με μια δεύτερη ματιά, είδε ότι η Αβιέντα έριχνε απελπισμένες ματιές στις Άες Σεντάι πάνω από το χείλος του φλιτζανιού της. Δεν πρόλαβε να ρίξει τρίτη ματιά· βλέποντας την Ηλαίην, η Αβιέντα πετάχτηκε όρθια και της έπεσε το φλιτζάνι στο καθαρό πάτωμα. Η Ηλαίην είχε δει ελάχιστους Αελίτες, μόνο στην Πέτρα του Δακρύου, όμως ήξερε ότι έκρυβαν τα συναισθήματά τους, κι η Αβιέντα τα δικά της τα έκρυβε πολύ καλά. Μόνο που τώρα το πρόσωπό της φανέρωνε απροκάλυπτο πόνο.

«Λυπάμαι», είπε η Ηλαίην γλυκά απευθυνόμενη σ’ όλες, «αλλά πρέπει να σας την πάρω για λίγο. Ίσως μπορέσετε να της μιλήσετε αργότερα».

Μερικές αδελφές δίστασαν, έτοιμες να διαμαρτυρηθούν, αν και δεν θα έπρεπε να υπάρχει η παραμικρή διαμαρτυρία. Ήταν ολοφάνερα μακράν η δυνατότερη στο δωμάτιο, με εξαίρεση την Αβιέντα, και καμία από τις Άες Σεντάι δεν ήταν Καθήμενη ή μέλος του συμβουλίου της Σέριαμ. Χάρηκε που δεν ήταν εκεί η Μυρέλ, η οποία έμενε σ’ αυτό το σπίτι. Η Ηλαίην είχε επιλέξει το Πράσινο κι είχε γίνει δεκτή, αλλά έπειτα είχε ανακαλύψει ότι η Μυρέλ ήταν η κεφαλή του Πράσινου Άτζα στο Σαλιντάρ. Η Μυρέλ, που δεν είχε καλά-καλά δεκαπέντε χρόνια ως Άες Σεντάι. Από πράγματα που είχαν ειπωθεί, η Ηλαίην ήξερε ότι στο Σαλιντάρ υπήρχαν Πράσινες που φορούσαν το επώμιο τουλάχιστον πενήντα χρόνια, αν και καμία τους δεν έδειχνε έστω μια γκρίζα τρίχα. Αν ήταν εκεί η Μυρέλ, η δύναμη της Ηλαίην δεν θα μετρούσε, αν η κεφαλή του Άτζα της ήθελε να κρατήσει την Αβιέντα. Όπως είχε η κατάσταση, μόνο η Σάνα, μια γουρλομάτα Λευκή που της Ηλαίην της θύμιζε ψάρι, έφτασε στο σημείο να ανοίξει το στόμα της, αλλά το ξανάκλεισε, αν και κάπως μουτρωμένα, όταν η Ηλαίην την κοίταξε υψώνοντας το φρύδι.

Οι πέντε είχαν σφιγμένα τα χείλη, όμως η Ηλαίην αγνόησε την τεταμένη ατμόσφαιρα. «Ευχαριστώ», είπε, με χαμόγελο που δεν το ένιωθε.

Η Αβιέντα έριξε ένα σκούρο δεματάκι στον ώμο αλλά δίστασε μέχρι τη στιγμή που η Ηλαίην της ζήτησε να έρθει. Στο δρόμο, η Ηλαίην είπε, «Ζητώ συγγνώμη γι’ αυτό. Θα φροντίσω να μην επαναληφθεί». Ήταν σίγουρη ότι μπορούσε να το καταφέρει αυτό. Ή τουλάχιστον ότι σίγουρα θα το κατάφερνε η Εγκουέν. «Φοβάμαι πως δεν υπάρχουν πολλά μέρη που μπορούμε να μιλήσουμε μόνες. Το δωμάτιό μου είναι καμίνι τέτοια ώρα. Μπορούμε να βρούμε λίγη σκιά, ή να πιούμε τσάι, αν δεν πνίγηκες τόσο που σε πότισαν».

«Στο δωμάτιό σου». Η Αβιέντα δεν το είπε προστακτικά, αλλά ήταν φανερό ότι δεν ήθελε ακόμα να μιλήσει. Χίμηξε απότομα σε ένα περαστικό κάρο κι άρπαξε ένα κλαρί που προοριζόταν για προσάναμμα, μακρύτερο από το χέρι της και πιο χοντρό από τον αντίχειρά της. Ξαναγύρισε στην Ηλαίην κι άρχισε να το καθαρίζει με το μαχαίρι της· η κοφτερή λεπίδα έκοψε τα μικρότερα κλαράκια σαν να ήταν ξυράφι. Ο πόνος είχε χαθεί από το πρόσωπό της. Τώρα είχε μια έκφραση αποφασιστικότητας.