Η Ηλαίην τη λοξοκοίταξε καθώς προχωρούσαν. Δεν πίστευε ότι η Αβιέντα ήθελε το κακό της, κι ας έλεγε ό,τι ήθελε εκείνος ο άθλιος ο Ματ Κώθον. Από την άλλη μεριά όμως... Κάτι ήξερε για το τζι’ε’τόχ· η Αβιέντα είχε εξηγήσει κάποια πράγματα όταν ήταν μαζί στην Πέτρα. Ίσως ο Ραντ είχε κάνει ή είχε πει κάτι. Ίσως εκείνος ο απίστευτος λαβύρινθος της τιμής και των υποχρεώσεων ανάγκαζε την Αβιέντα να... Δεν της φαινόταν δυνατόν κάτι τέτοιο. Μα ίσως...
Όταν έφτασαν στο δωμάτιο της, αποφάσισε να το θίξει πρώτη. Αντίκρισε την άλλη γυναίκα —αποφεύγοντας εσκεμμένα να αγκαλιάσει το σαϊντάρ— κι είπε, «Ο Ματ ισχυρίζεται πως ήρθες για να με σκοτώσεις».
Η Αβιέντα έπαιξε τα βλέφαρα της. «Οι υδρόβιοι όλα στραβά τα καταλαβαίνουν», απόρησε. Ακούμπησε τη βέργα στο κάτω μέρος του κρεβατιού της Νυνάβε κι έβαλε δίπλα με προσοχή το μαχαίρι. «Η κονταδελφή μου η Εγκουέν μου ζήτησε να προσέχω εκ μέρους σου τον Ραντ αλ’Θόρ, κάτι που υποσχέθηκα να κάνω». Το δεματάκι και το επώμιο έπεσαν στο πάτωμα πλάι στην πόρτα. «Έχω τοχ προς αυτήν αλλά μεγαλύτερο προς εσένα». Έλυσε τη μπλούζα της, την έβγαλε από το κεφάλι και μετά κατέβασε το μισοφόρι ως τη μέση. «Αγαπώ τον Ραντ αλ’Θόρ, και μια φορά επέτρεψα στον εαυτό μου να πλαγιάσει μαζί του. Έχω τοχ και σου ζητώ να με βοηθήσεις να το ξεπληρώσω». Γύρισε την πλάτη και γονάτισε στο μικρό χώρο που ήταν άδειος. «Μπορείς να χρησιμοποιήσεις τη βέργα ή το μαχαίρι, ό,τι επιθυμείς· το τοχ είναι δικό μου, αλλά η επιλογή δική σου». Σήκωσε το πηγούνι, τεντώνοντας το λαιμό της. Τα μάτια της ήταν κλειστά. «Ό,τι διαλέξεις, θα το δεχθώ».
Η Ηλαίην ένιωσε τα γόνατά της σχεδόν να λυγίζουν. Η Μιν είχε πει ότι η τρίτη γυναίκα θα ήταν επικίνδυνη, αλλά ότι ήταν η Αβιέντα; Στάσου! Είπε ότι... Με τον Ραντ! Το χέρι της σπαρτάρησε κι έκανε μια κίνηση προς το μαχαίρι στο κρεβάτι, κι η Ηλαίην σταύρωσε τα χέρια της, παγιδεύοντάς τα. «Σήκω πάνω. Και φόρα τη μπλούζα σου. Δεν πρόκειται να σε χτυπήσω...» Λίγες μόνο φορές; Έσφιξε τα μπράτσα για να κρατήσει τα χέρια εκεί που ήταν. «...και δεν πρόκειται σε καμία περίπτωση να πιάσω αυτό το μαχαίρι. Σε παρακαλώ, πάρ’ το από δω». Θα της το έδινε, αλλά δεν ήταν σίγουρη αν ήταν ασφαλές να αγγίξει όπλο εκείνη τη στιγμή. «Δεν έχεις τοχ προς εμένα». Μάλλον αυτή ήταν η σωστή διατύπωση. «Αγαπώ τον Ραντ, αλλά δεν με πειράζει αν τον αγαπάς κι εσύ». Το ψέμα της έκαψε τη γλώσσα. Η Αβιέντα είχε πλαγιάσει μαζί του;
Η Αβιέντα στριφογύρισε στα γόνατα κι έσμιξε τα φρύδια. «Δεν ξέρω αν το κατάλαβα σωστά. Προτείνεις να τον μοιραστούμε; Ηλαίην, είμαστε φίλες, νομίζω, αλλά πρέπει να είμαστε πρωταδελφές για να γίνουμε αδελφές-σύζυγοι. Θα χρειαστεί καιρός για να δούμε αν μπορούμε να γίνουμε πρωταδελφές».
Η Ηλαίην συνειδητοποίησε ότι είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό και το έκλεισε.
«Υποθέτω πως ναι», είπε αχνά. Η Μιν έλεγε ότι θα τον μοιράζονταν, μα όχι μ’ αυτόν τον τρόπο! Ακόμα κι η σκέψη ήταν ανάρμοστη! «Είναι κάπως πιο μπερδεμένο απ’ όσο νομίζεις. Υπάρχει κι άλλη μια γυναίκα που τον αγαπά».
Η Αβιέντα σηκώθηκε όρθια τόσο γοργά που ήταν σαν να είχε επανεμφανιστεί από το ένα μέρος στο άλλο. «Πώς τη λένε;» Τα πράσινα μάτια της άστραφταν, κι είχε πιάσει το μαχαίρι.
Η Ηλαίην παραλίγο θα έβαζε τα γέλια. Τη μια στιγμή λέει να τον μοιραστούμε, την άλλη αγριεύει σαν... σαν... Αγριεύει σαν εμένα, κατέληξε, καθόλου ευχαριστημένη απ’ αυτή τη σκέψη. Η κατάσταση θα μπορούσε να ήταν χειρότερη, πολύ χειρότερη. Η άλλη γυναίκα θα μπορούσε να ήταν η Μπερελαίν. Αφού έπρεπε να είναι κάποια, τουλάχιστον ας ήταν η Αβιέντα. Κι εγώ θα πρέπει να το αντιμετωπίσω αντί να κλωτσώ τα φουστάνια μου σαν κοριτσάκι. Κάθισε στο κρεβάτι και σταύρωσε τα χέρια στα γόνατά της. «Θηκάρωσέ το αυτό και κάτσε κάτω, Αβιέντα. Και σε παρακαλώ, φόρα τη μπλούζα σου. Έχω πολλά να σου πω. Υπάρχει μια γυναίκα —η φίλη μου, η κονταδελφή μου— που λέγεται Μιν...»
Η Αβιέντα ντύθηκε, αλλά πέρασε αρκετή ώρα πριν καθίσει, και πολύ περισσότερη πριν η Ηλαίην την πείσει ότι δεν έπρεπε να συνεργαστούν για να σκοτώσουν τη Μιν. Τουλάχιστον, σ’ αυτό συμφώνησε. Απρόθυμα, είπε στο τέλος, «Πρέπει να τη γνωρίσω. Δεν θα τον μοιραστώ με μια γυναίκα την οποία δεν θα μπορέσω να αγαπήσω ως πρωταδελφή». Αυτό το είπε ρίχνοντας ένα στοχαστικό βλέμμα στην Ηλαίην, η οποία αναστέναξε.
Η Αβιέντα σκεφτόταν να τον μοιραστεί μαζί της. Η Μιν ήταν έτοιμη να τον μοιραστεί μαζί της. Δηλαδή η Ηλαίην ήταν η μόνη φυσιολογική από τις τρεις; Σύμφωνα με τον χάρτη που είχε κάτω από το στρώμα της, η Μιν θα έφτανε σύντομα στο Κάεμλυν, ή ίσως να ήταν ήδη εκεί. Δεν ήξερε τι ήθελε να συμβεί εκεί, μόνο ότι η Μιν θα χρησιμοποιούσε τις εικόνες της για να τον βοηθήσει. Κι αυτό σήμαινε ότι η Μιν θα έπρεπε να βρίσκεται κοντά του. Ενώ στο μεταξύ η Ηλαίην πήγαινε στο Έμπου Νταρ.