«Υπάρχει τίποτα απλό στη ζωή, Αβιέντα;»
«Όχι σε ό,τι έχει σχέση με τους άνδρες».
Η Ηλαίην δεν ήξερε τι την ξάφνιασε περισσότερο, το ότι είχε βάλει τα γέλια ή το ότι μαζί της γελούσε η Αβιέντα.
41
Μια Απειλή
Προχωρώντας αργά με τ’ άλογο κάτω από τον ήλιο που την έψηνε, παρ’ όλο που δεν είχε ακόμα μεσουρανήσει, η Μιν δεν έβλεπε πολλά από την πόλη. Ελάχιστη σημασία έδινε στους ανθρώπους και τις σέντιες, τις επίσημες κλειστές κι ανοιχτές άμαξες που συνωθούνταν στο δρόμο, παρά μόνο όσο χρειαζόταν για να αποφεύγει τα εμπόδια με τη ρούσα φοράδα της. Ανέκαθεν, ένα από τα όνειρα της ήταν να ζει σε μια λαμπρή πόλη και να ταξιδεύει σε παράξενα μέρη, όμως σήμερα το θέαμα των πολύχρωμων πύργων με τα πλακάκια που λαμπύριζαν και τα πλατιά πανοράματα στις στροφές των δρόμων περνούσε σχεδόν απαρατήρητο. Έριχνε, όμως, και δεύτερη ματιά στις ομάδες των Αελιτών που προχωρούσαν καμαρωτοί στα πλήθη καθώς άνοιγε χώρος ολόγυρά τους, το ίδιο και στις περιπόλους των έφιππων ανδρών, συχνά γενειοφόρων, με γερακίσιες μύτες, αλλά μόνο και μόνο επειδή της θύμιζαν τις ιστορίες που είχε αρχίσει να ακούσει όσο βρισκόταν ακόμα στο Μουράντυ. Η Μεράνα είχε θυμώσει ακούγοντάς τις, και βλέποντας τα αποκαΐδια που είχαν βρει δυο φορές, απόδειξη Δρακορκισμένων, όμως η Μιν πίστευε πως κάποιες από τις άλλες Άες Σεντάι ένιωθαν ανησυχία. Όσο λιγότερο έλεγαν τη γνώμη τους για την αμνηστία του Ραντ, τόσο το καλύτερο.
Στην άκρη της πλατείας μπροστά στο Βασιλικό Παλάτι η Μιν τράβηξε τα χαλινάρια της Γουάιλντροουζ και σφούγγισε προσεκτικά το πρόσωπό της με ένα δαντελωτό μαντίλι που ύστερα το έχωσε στο μανίκι του σακακιού της. Ελάχιστοι άνθρωποι υπήρχαν στην πλατιά ωοειδή πλατεία, ίσως επειδή αυτοί που φύλαγαν τις ανοιχτές πύλες του παλατιού ήταν Αελίτες. Υπήρχαν κι άλλοι Αελίτες που στέκονταν στις μαρμάρινες βεράντες ή προχωρούσαν σαν λεοπαρδάλεις στις ψηλές γαλαρίες με τις κιονοστοιχίες. Το Λευκό Λιοντάρι του Άντορ σάλευε στο αεράκι πάνω από τον ψηλότερο θόλο του παλατιού. Αλλη μια πορφυρή σημαία κυμάτιζε από έναν οβελίσκο, κάπως χαμηλότερα από τον λευκό θόλο, που την ύψωνε αρκετά το αεράκι για να διακρίνει η Μιν το αρχαίο ασπρόμαυρο σύμβολο των Άες Σεντάι.
Βλέποντας τους Αελίτες, χάρηκε που είχε αρνηθεί τους δύο Προμάχους που της είχαν προσφέρει ως συνοδεία· υποψιαζόταν πως οι Αελίτες κι οι Πρόμαχοι θα τα τσούγκριζαν. Πάντως, δεν ήταν ακριβώς προσφορά, και την είχε αρνηθεί με το να ξεφύγει κρυφά από το πανδοχείο μια ώρα νωρίτερα, όπως έδειχνε το ρολόι στην κορνίζα του τζακιού του πανδοχείου. Η Μενάρα ήταν από το Κάεμλυν, κι όταν έφτασαν πριν από την αυγή, πήγαν με την καθοδήγησή της κατευθείαν στο καλύτερο πανδοχείο της Νέας Πόλης, όπως το είχε χαρακτηρίσει.
Δεν ήταν οι Αελίτες ο λόγος που η Μιν καθόταν εκεί. Όχι εντελώς, αν κι είχε ακούσει τόσες και τόσες τρομερές ιστορίες για τους Αελίτες με τα μαύρα πέπλα. Το σακάκι και το παντελόνι της ήταν από το πιο φίνο μαλακό μαλλί που μπορούσες να βρεις στο Σαλιντάρ, σε ανοιχτό κόκκινο χρώμα, με γαλανόλευκα λουλουδάκια κεντημένα στα πέτα, τα μανικέτια και στο έξω μέρος των μπατζακιών. Και το πουκάμισό της είχε αγορίστικο κόψιμο, αλλά ήταν από κρεμ μετάξι. Στο Μπάερλον, όταν είχε πεθάνει ο πατέρας της, οι θείες της είχαν προσπαθήσει να τη μεταμορφώσουν σε αξιοπρεπή γυναίκα, όπως το είχαν θέσει, αν και ίσως η θεία της η Μίρεν καταλάβαινε ότι ήταν αργά να τη στριμώξουν σε φουστάνια ύστερα από δέκα χρόνια που έτρεχε στα ορυχεία με αγορίστικα ρούχα. Πάντως είχαν προσπαθήσει, κι αυτή τις είχε πολεμήσει εξίσου πεισματικά με τότε που είχε αρνηθεί να μάθει εργόχειρο. Αν εξαιρούσες εκείνο το ατυχές επεισόδιο τότε που σέρβιρε στην Ξαπόσταση του Μεταλλωρύχου —τραχύ μέρος, μα δεν είχε κάτσει πολύ· την είχαν πάρει αμέσως από κει η Ράνα, η Τζαν κι η Μίρεν όταν το είχαν ανακαλύψει, κι ας ήταν είκοσι χρονών— αν εξαιρούσες λοιπόν εκείνη τη φορά, ποτέ της δεν είχε φορέσει φόρεμα θέλοντας. Τώρα σκεφτόταν ότι ίσως έπρεπε να είχε ράψει φόρεμα αντί γι’ αυτό το σακάκι και τα παντελόνια. Ένα μεταξωτό φόρεμα, στενό στον κόρφο κι ανοιχτό, και...
Θα πρέπει να με δεχτεί όπως είμαι, σκέφτηκε, παίζοντας εκνευρισμένη τα χαλινάρια. Δεν θα αλλάξω εγώ για έναν άνδρα. Μόνο που πριν από λίγο καιρό τα ρούχα της θα ήταν απλά σαν ρούχα αγρότη, τα μαλλιά της δεν θα σχημάτιζαν μπούκλες που χύνονταν σχεδόν ως τους ώμους της· μια φωνούλα τής ψιθύρισε, Θα γίνεις ό,τι νομίζεις ότι θέλει να γίνεις. Αυτή κλώτσησε τη φωνούλα με τη βία που θα κλωτσούσε έναν σταβλίτη που έπαιρνε θάρρος, και κλώτσησε με τις φτέρνες τη Γουάιλντροουζ, όχι πολύ πιο ήρεμα. Σιχαινόταν ακόμα και την ιδέα της αδυναμίας που έπιανε τις γυναίκες στο ζήτημα των ανδρών. Υπήρχε όμως ένα προβληματάκι· ήταν σίγουρη ότι σε λίγο θα μάθαινε από πρώτο χέρι αυτό το συναίσθημα.