Выбрать главу

Ξεπέζεψε μπροστά στις πύλες του παλατιού και χάιδεψε τη φοράδα για να της δείξει ότι δεν την εννοούσε εκείνη την κλωτσιά, ενώ κοίταζε αβέβαια τους Αελίτες. Οι μισοί ήταν γυναίκες, όλες ψηλότερές της εκτός από μία. Οι περισσότεροι άνδρες ήταν πανύψηλοι σαν τον Ραντ και κάποιοι ακόμα πιο ψηλοί. Όλοι την κοίταζαν —έμοιαζαν να κοιτάζουν τα πάντα, μα σίγουρα κοίταζαν κι αυτήν— κι απ’ όσο μπορούσε να δει, κανείς Αελίτης δεν βλεφάριζε. Με τις λόγχες και τις στρογγυλές μικρές ασπίδες, με τα τόξα στις πλάτες και τις φαρέτρες στους γοφούς και τα βαριά μαχαίρια, έμοιαζαν έτοιμοι να σκοτώσουν. Οι μαύρες υφασμάτινες λωρίδες που κρέμονταν στο στήθος τους πρέπει να ήταν τα πέπλα τους. Είχε ακούσει ότι οι Αελίτες δεν θα σε σκότωναν χωρίς να καλύψουν το πρόσωπό τους. Ελπίζω να ισχύει αυτό.

Απευθύνθηκε στην πλησιέστερη γυναίκα. Με τα κόκκινα μαλλιά της λαμπερά και κοντά όσο ήταν κάποτε της Μιν, το ηλιοκαμένο πρόσωπό της έμοιαζε σμιλεμένο σε ξύλο, αλλά ήταν λιγάκι κοντύτερη από τη Μιν. «Ήρθα να δω τον Ραντ αλ’Θόρ», είπε η Μιν, μ’ ένα μικρό τρέμουλο. «Τον Αναγεννημένο Δράκοντα». Μα κανείς τους δεν βλεφάριζε; «Το όνομά μου είναι Μιν. Με ξέρει, κι έχω ένα σημαντικό μήνυμα γι’ αυτόν».

Η κοκκινομάλλα στράφηκε στις άλλες Αελίτισσες, κάνοντας γοργές χειρονομίες με το γυμνό χέρι της. Εκείνες γέλασαν καθώς ξαναγυρνούσε προς τη Μιν. «Θα σε πάω εγώ, Μιν. Αλλά αν δεν σε ξέρει, θα βγεις πολύ πιο γρήγορα απ’ όσο μπήκες». Μερικές Αελίτισσες γέλασαν και μ’ αυτό. «Με λένε Ενάιλα».

«Με ξέρει», τους είπε η Μιν, αναψοκοκκινίζοντας. Είχε δυο μαχαίρια στα μανίκια κι ο Θομ Μέριλιν της είχε δείξει πώς να τα χρησιμοποιήσει, όμως είχε την αίσθηση ότι αυτή η γυναίκα μπορούσε να της τα πάρει και να την πετσοκόψει μ’ αυτά. Μια θέαση πετάρισε πάνω από το κεφάλι της Ενάιλα και χάθηκε. Κάποιο είδος στεφανιού· η Μιν δεν είχε ιδέα τι σήμαινε. «Πρέπει να πάρω μέσα και τη φοράδα μου; Νομίζω ότι ο Ραντ δεν θα θέλει να τη δει». Προς έκπληξή της, μερικοί Αελίτες χασκογέλασαν, τόσο άνδρες όσο και γυναίκες, και τα χείλη της Ενάιλα συσπάστηκαν σαν ήθελε κι αυτή να γελάσει.

Ένας άνδρας ήρθε για να πάρει τη Γουάιλντροουζ —της φάνηκε πως ήταν κι αυτός Αελίτης, παρά τα χαμηλωμένα μάτια και το λευκό χιτώνα— κι η Μιν ακολούθησε την Ενάιλα περνώντας από τις πύλες, διασχίζοντας μια πλατιά αυλή και μπαίνοντας στο κεντρικό κτήριο του παλατιού. Ένιωσε ανακούφιση όταν είδε υπηρέτες με ερυθρόλευκες λιβρέες να προχωρούν νευρικά στους γεμάτους ταπισερί διαδρόμους κοιτώντας επιφυλακτικά, σαν να έβλεπαν ένα ξένο σκυλί τους Αελίτες που επίσης προχωρούσαν στους διαδρόμους. Είχε αρχίσει να πιστεύει πως θα έβρισκε το παλάτι γεμάτο μονάχα Αελίτες, που θα περιέβαλλαν τον Ραντ, ντυμένο ίσως με σακάκι και παντελόνι σε αποχρώσεις του καφέ και του γκρίζου και του πράσινου, κοιτώντας την χωρίς να βλεφαρίζουν.

Η Ενάιλα στάθηκε μπροστά σε μια ψηλή φαρδιά πόρτα, ορθάνοιχτη, με σκαλισμένα λιοντάρια, κι έκανε γοργές χειρονομίες με το ένα χέρι στους Αελίτες που τη φρουρούσαν. Ήταν γυναίκες όλες. Η μια, με ανοιχτοκίτρινα μαλλιά, σπαρτάρισε τα δάχτυλά της σε απάντηση. «Περίμενε εδώ», είπε η Ενάιλα, και μπήκε μέσα.

Η Μιν έκανε ένα βήμα πίσω της κι η γυναίκα με τα ανοιχτοκίτρινα μαλλιά ύψωσε αδιάφορα μια λόγχη στο διάβα της. Ή ίσως όχι αδιάφορα, μα αυτό δεν ένοιαζε τη Μιν. Θα έβλεπε τον Ραντ.

Ο Ραντ καθόταν σε έναν μεγάλο επίχρυσο θρόνο, που έμοιαζε φτιαγμένος εξ ολοκλήρου από Δράκοντες, φορώντας κόκκινο σακάκι πλούσια στολισμένο με χρυσάφι, κρατώντας, τι παράξενο, μια λευκοπράσινη κροσσωτή λόγχη. Υπήρχε άλλος ένας θρόνος σε μια ψηλή εξέδρα πίσω του, επίχρυσος κι αυτός, αλλά μ ένα λιοντάρι σχηματισμένο με λευκά πετράδια πάνω σε κόκκινα. Ο Θρόνος του Λιονταριού, κατά πώς έλεγαν οι φήμες. Εκείνη τη στιγμή, τη Μιν δεν την πείραζε ακόμα κι αν ο Ραντ είχε το θρόνο για να απλώνει τα πόδια του. Φαινόταν κουρασμένος. Ήταν τόσο όμορφος που ένιωσε να την πονά η καρδιά της. Θεάσεις χόρευαν γύρω του διαρκώς. Με τις Άες Σεντάι και τους Πρόμαχους, η Μιν προσπαθούσε να ξεφεύγει από αυτή την πλημμύρα· δεν ήξερε τι σήμαιναν, όπως συνήθως, μα ήταν πάντα εκεί. Με τον Ραντ, βίασε τον εαυτό της να τις δει, επειδή αν δεν το έκανε, το βλέμμα της θα έμενε για πάντα στο πρόσωπό του. Μια από αυτές τις θεάσεις την έβλεπε κάθε φορά που τον είχε δει. Αναρίθμητες χιλιάδες λαμπυριστά φωτάκια, σαν άστρα ή πυγολαμπίδες, που χιμούσαν σε μια βαθιά μαυρίλα, προσπαθώντας να τη γεμίσουν, χιμούσαν μέσα κι η μαυρίλα τα κατάπινε. Έμοιαζαν να υπάρχουν περισσότερα φωτάκια απ· όσα είχε δει ποτέ άλλοτε, όμως η μαυρίλα τα κατάπινε με ταχύτερο ρυθμό. Κι υπήρχε κάτι άλλο, κάτι καινούριο, μια αύρα από κίτρινο και καφέ και πορφυρό που της ανακάτεψε το στομάχι.