Προσπάθησε να δει τις θεάσεις των ευγενών που στέκονταν αντικριστά του —σίγουρα ευγενείς πρέπει να ’ταν, με τα φίνα κεντητά σακάκια και τις πολυτελείς μεταξωτές εσθήτες— αλλά δεν υπήρχε τίποτα να δει. Αυτό συνέβαινε τις περισσότερες φορές με τους περισσότερους ανθρώπους, κι όταν έβλεπε κάτι, συχνά δεν είχε ιδέα τι προμήνυε. Έστω κι έτσι, στένεψε τα μάτια της, πάσχισε. Αν μπορούσε να διακρίνει έστω και μια μόνο θέαση, μια αύρα, ίσως να τον βοηθούσε. Από τις ιστορίες που είχε ακούσει μπαίνοντας στο Άντορ, ο Ραντ χρειαζόταν βοήθεια.
Στο τέλος σήκωσε τα χέρια, μ’ έναν βαρύ αναστεναγμό. Όσο και να μισόκλεινε τα μάτια και να πάσχιζε, δεν θα έβλεπε τίποτα αν δεν υπήρχε κάτι εξαρχής.
Ξαφνικά, κατάλαβε ότι οι ευγενείς απομακρύνονταν, ο Ραντ είχε σηκωθεί όρθιος, κι η Ενάιλα της ανέμιζε το χέρι, κάνοντας νόημα να έρθει. Ο Ραντ χαμογελούσε. Η Μιν σκέφτηκε ότι η καρδιά της θα έσπαγε έτσι δυνατά που χτυπούσε. Έτσι λοιπόν ένιωθαν όλες αυτές οι γυναίκες που τις κορόιδευε όταν ρίχνονταν στα πόδια ενός άνδρα. Όχι. Δεν ήταν κανένα παραζαλισμένο κοριτσόπουλο· ήταν πιο μεγάλη απ’ αυτόν, είχε φιληθεί για πρώτη φορά όταν ακόμα εκείνος πίστευε ότι το να γλιτώσει από τις αγγαρείες των προβάτων ήταν το πιο διασκεδαστικό πράγμα στον κόσμο, είχε... Φως μου, σε παρακαλώ, ας μη λυγίσουν τα γόνατα μου.
Πετώντας ανέμελα το Σκήπτρο του Δράκοντα εκεί που καθόταν, ο Ραντ πετάχτηκε μ’ ένα σάλτο από την εξέδρα και χίμηξε στη Μεγάλη Αίθουσα. Μόλις έφτασε τη Μιν, την άρπαξε από τις μασχάλες και τη σήκωσε στον αέρα στριφογυρνώντας την γύρω δίχως τελειωμό πριν χαθούν η Ντυέλιν κι οι άλλοι. Μερικοί από τους ευγενείς τους κοίταξαν παράξενα, αλλά αυτόν δεν τον πείραξε καθόλου. «Φως μου, Μιν, χαίρομαι που βλέπω το πρόσωπό σου», γέλασε. Ήταν πολύ πιο ευχάριστο από τα ανέκφραστα χαρακτηριστικά της Ντυέλιν και της Ελόριεν. Αλλά αν η Ήμλυν, η Αραθέλε, ο Πέλιβαρ, ο Λούνα κι όλοι είχαν διακηρύξει τη χαρά τους που η Ηλαίην ήταν καθ’ οδόν προς το Κάεμλυν αντί να τον κοιτάνε με αμφιβολία ή με τη λέξη «ψεύτη» γραμμένη στο βλέμμα τους, και πάλι θα αγαλλιούσε βλέποντας τη Μιν.
Όταν την ξανάφησε να πατήσει κάτω, εκείνη έγειρε στο στήθος του, σφίγγοντας τα μπράτσα του λαχανιασμένη. «Με συγχωρείς», της είπε. «Δεν ήθελα να ζαλιστείς. Απλώς χαίρομαι που σε βλέπω».
«Ε, κατάφερες όμως να μου φέρεις ζαλάδα, κοκορόμυαλε βοσκέ», μουρμούρισε εκείνη στο στήθος του. Έκανε πίσω και τον αγριοκοίταξε μέσα από τις μακριές βλεφαρίδες της. «Έκανα μακρύ ταξίδι, έφτασα μέσα στα άγρια μεσάνυχτα, κι εσύ με πετάς τριγύρω σαν σακί με βρώμη. Δεν έμαθες ποτέ σου τρόπους;»
«Κοκορόμυαλος», γέλασε εκείνος μαλακά. «Μιν, πες με ψεύτη αν θες, αλλά μου έλειψε να το ακούω αυτό από σένα». Δεν του είπε τίποτα· απλώς τον κοίταξε, κι η αγριάδα είχε χαθεί από το βλέμμα της. Οι βλεφαρίδες της έμοιαζαν πιο μακριές απ’ όσο τις θυμόταν.
Συνειδητοποίησε πού βρίσκονταν και την έπιασε από το χέρι. Η αίθουσα που ήταν ο θρόνος δεν ήταν μέρος για να συναντάς παλιούς φίλους. «Έλα, Μιν. Μπορούμε να πιούμε λίγο δροσερό παντς στο καθιστικό μου. Σομάρα, πάω στα διαμερίσματά μου· διώξε τους όλους».
Η Σομάρα δεν φάνηκε να χαίρεται γι’ αυτό, αλλά έδιωξε όλες τις Κόρες εκτός από την ίδια και την Ενάιλα. Κι οι δύο έδειχναν κάπως μουτρωμένες, κι ο Ραντ δεν καταλάβαινε γιατί. Είχε επιτρέψει στη Σομάρα να συγκεντρώσει τόσες μέσα στο παλάτι επειδή θα έρχονταν η Ντυέλιν κι οι υπόλοιποι. Ο Μπασίρε ήταν στο στρατόπεδο του ιππικού στα βόρεια της πόλης για τον ίδιο λόγο. Τις Κόρες τις είχε για υπενθύμιση, τον Μπασίρε όχι επειδή θα τότε ήταν υπερβολική η υπενθύμιση. Ευχήθηκε να μην άρχιζαν πάλι να τον νταντεύουν οι δύο Κόρες. Του φαινόταν πως έκαναν πολύ περισσότερες βάρδιες από το κανονικό φρουρώντας τον, όμως η Ναντέρα ήταν αμετάπειστη όσο άλλοτε η Σούλιν όταν ο Ραντ ήθελε να πει ποια συγκεκριμένα θα έκανε τι. Ο Ραντ πρόσταζε τις Φαρ Ντάραϊς Μάι, αλλά δεν ήταν Κόρη, και τα επιπλέον δεν ήταν δική του δουλειά.
Η Μιν κοίταζε εξεταστικά τις ταπισερί καθώς την οδηγούσε από το χέρι στο διάδρομο. Κοίταξε τα ενσφηνωμένα κιβώτια και τα τραπέζια, τις χρυσές γαβάθες και τα ψηλά βάζα από πορσελάνη Θαλασσινών στις κόγχες τους. Εξέτασε την Ενάιλα και τη Σομάρα από την κορφή ως τα νύχια, τρεις φορές την καθεμιά. Αλλά αυτές ούτε κοίταζαν τον Ραντ, ούτε άνοιγαν το στόμα τους. Το χέρι του είχε κρύψει το δικό της, κι ένιωθε το σφυγμό στον καρπό της να χτυπά γοργά. Ευχήθηκε να μην του είχε θυμώσει έτσι που την είχε πιάσει και τη στριφογυρνούσε.