Выбрать главу

Για μεγάλη του ανακούφιση, η Σομάρα κι η Ενάιλα πήραν θέση δεξιά κι αριστερά της πόρτας του, αν και τον κοίταξαν όταν τους ζήτησε παντς κι αυτός αναγκάστηκε να το επαναλάβει. Στο καθιστικό έβγαλε το σακάκι του και το πέταξε σε μια καρέκλα. «Κάθισε, Μιν. Κάθισε. Ξεκουράσου, χαλάρωσε. Σε λίγο θα φέρουν το παντς. Πού ήσουν, πώς βρέθηκες εδώ, γιατί έφτασες μέσα στη νύχτα. Δεν είναι ασφαλές να ταξιδεύεις νυχτιάτικα, Μιν. Είναι πολύ χειρότερα από άλλοτε. Θα σου δώσω τα καλύτερα δωμάτια του Παλατιού —ή μάλλον τα δεύτερα καλύτερα· τα καλύτερα είναι αυτά εδώ— και συνοδεία Αελιτών για να πηγαίνεις όπου θέλεις. Οι νταήδες κι οι κλέφτες θα βάζουν το σκουφί και θα σκύβουν το κεφάλι ταπεινά, για να μην πω ότι θα τρυπώνουν να κρυφτούν στο κοντινότερο κτήριο».

Για μια στιγμή του φάνηκε ότι η Μιν θα γελούσε, έτσι όπως στεκόταν εκεί στην πόρτα, αλλά αντιθέτως εκείνη πήρε μια βαθιά ανάσα κι έβγαλε ένα γράμμα από την τσέπη της. «Δεν μπορώ να σου πω από πού ήρθα —το υποσχέθηκα, Ραντ— όμως η Ηλαίην είναι εκεί, και—»

«Από το Σαλιντάρ», της είπε αυτός, και χαμογέλασε βλέποντας τα μάτια της να πλαταίνουν. «Κάτι ξέρω, Μιν. Ξέρω περισσότερα απ’ όσα νομίζουν μερικοί».

«Το... βλέπω», είπε εκείνη ξεψυχισμένα. Του άφησε το γράμμα στα χέρια κι έκανε πίσω. Η φωνή της δυνάμωσε καθώς πρόσθετε, «Ορκίστηκα ότι θα σου το έδινα πρώτο απ’ όλα. Έλα, διάβασέ το».

Εκείνος αναγνώρισε τη σφραγίδα, ένα κρίνο σε σκουροκίτρινο βουλοκέρι, κι επίσης τον ρέοντα γραφικό χαρακτήρα της Ηλαίην με τον οποίο ήταν γραμμένο το όνομά του, και δίστασε πριν το ανοίξει. Το οριστικό τέλος ήταν προτιμότερο, κι αυτό είχε κάνει, όμως με το γράμμα στο χέρι δεν μπορούσε να αντισταθεί. Το διάβασε κι ύστερα κάθισε πάνω στο σακάκι του και το ξαναδιάβασε. Ήταν σύντομο.

Ραντ

Σου έχω ξεκαθαρίσει τα συναισθήματά μου. Μάθε ότι δεν άλλαξαν. Ελπίζω να νιώθεις για μένα ό,τι νιώθω για σένα. Η Μιν μπορεί να σε βοηθήσει, αρκεί να την ακούσεις. Την αγαπώ σαν αδελφή, κι ελπίζω να την αγαπάς κι εσύ όπως εγώ.

Ηλαίην

Πρέπει να της τελείωνε το μελάνι, επειδή οι τελευταίες γραμμές ήταν βιαστικές κι άτσαλες, αντίθετα από την κομψότητα του υπόλοιπου γράμματος. Η Μιν στράβωνε και γυρνούσε το κεφάλι, προσπαθώντας να διαβάσει το γράμμα χωρίς να φαίνεται ότι το διαβάσει, όμως όταν ο Ραντ ανασηκώθηκε για να τραβήξει το σακάκι του —είχε στην τσέπη το ανγκριάλ με το χοντρό ανθρωπάκο— η Μιν οπισθοχώρησε ξανά. «Όλες οι γυναίκες προσπαθούν να τρελάνουν τους άνδρες;» μουρμούρισε αυτός.

«Τι πράγμα!»

Κοίταξε το γράμμα, μίλησε σχεδόν μονολογώντας. «Η Ηλαίην είναι τόσο όμορφη που δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από πάνω της, αλλά τις πιο πολλές φορές δεν ξέρω αν θέλει να τη φιλήσω ή να γονατίσω στα πόδια της. Η αλήθεια να λέγεται, μερικές φορές μου έρχεται να γονατίσω... και να τη λατρέψω, που να με βοηθήσει το Φως. Λέει εδώ ότι ξέρω πώς νιώθει. Δύο γράμματα μου είχε γράψει πριν από τούτο, το ένα ήταν όλο αγάπη, το άλλο έλεγε πως δεν ήθελε να με ξαναδεί στα μάτια της. Πόσες φορές έκατσα κι ευχόμουν να ήταν αλήθεια το πρώτο και κάποιο αστείο το δεύτερο, ή κάποιο λάθος, ή... Κι η Αβιέντα. Είναι κι εκείνη όμορφη, μα κάθε μέρα μαζί της ήταν μια μάχη. Τέλος τα φιλιά μ’ αυτήν, τώρα πια, και καμία αμφιβολία για το πώς νιώθει. Μόνο που όλο λέω ότι θα τη δω όταν γυρίζω, κι όταν δεν είναι εκεί, είναι σαν να λείπει κάτι μέσα μου. Μου λείπει η μάχη, κι υπάρχουν στιγμές που πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται, “Υπάρχουν πράγματα για τα οποία αξίζει να πολεμήσεις”». Κάτι στη σιωπή της Μιν τον έκανε να σηκώσει το κεφάλι. Τον κοίταζε με πρόσωπο ανέκφραστο σαν Άες Σεντάι.

«Δεν σου έχει πει κανείς ότι δεν είναι ευγενικό να μιλάς σε μια γυναίκα για μια άλλη γυναίκα;» Η φωνή της ήταν εντελώς ουδέτερη. «Πόσο μάλλον για δύο άλλες».

«Μιν, εσύ είσαι φίλη μου», διαμαρτυρήθηκε. «Δεν σε σκέφτομαι σαν γυναίκα». Ήταν λάθος που το είπε· το κατάλαβε μόλις τα λόγια βγήκαν από το στόμα του.

«Έτσι, ε;» Τίναξε πίσω το σακάκι της, έβαλε τα χέρια στους γοφούς της. Δεν ήταν η τόσο γνώριμη πόζα που έδειχνε θυμό. Οι καρποί της ήταν στριμμένοι έτσι ώστε τα δάχτυλα να δείχνουν προς τα πάνω, και για κάποιο λόγο αυτό έκανε μεγάλη διαφορά. Στεκόταν με το ένα γόνατο της λυγισμένο, κι αυτό... Για πρώτη φορά την κοίταξε στ’ αλήθεια· όχι τη Μιν, αλλά την εμφάνισή της. Δεν φορούσε το συνηθισμένο καφέ σακάκι, αλλά ένα ανοιχτοκόκκινο, κεντητό. Δεν είχε τα συνηθισμένα κακοκομμένα μαλλιά που μετά βίας της σκέπαζαν τα αυτιά, αλλά βοστρύχους που της χάιδευαν το λαιμό. «Σου μοιάζω με αγόρι;»