Выбрать главу

Ο ακροβάτης γύρισε αργά για να τον δουν καλά· από κάθε πλευρά του στήριζε μια γυναίκα με τους βραχίονές του τεντωμένους, ενώ αυτές κρέμονταν με ένα χέρι από τη λαβή της άλλης που ήταν στους ώμους του. Η Γκρένταλ είχε ήδη απομακρυνθεί και κοίταζε έναν άνδρα με εξαιρετικά μελαψή επιδερμίδα και μια γυναίκα με σγουρά μαλλιά, που είχαν κι οι δύο εξαιρετική ομορφιά. Το λεπτό ζευγάρι έπαιζε παράξενες μακριές άρπες, με καμπανίσματα που αντηχούσαν στους παλμούς των χορδών με κρυστάλλινους αντίλαλους. «Τα πιο πρόσφατα αποκτήματά μου, από τις χώρες πέρα από την Ερημιά του Άελ. Θα έπρεπε να με ευχαριστούν που τους έσωσα. Η Τσιάπε ήταν Σ’μπόαν, κάτι σαν αυτοκράτειρα, που είχε χηρέψει πρόσφατα, κι ο Σαοφάν θα την παντρευόταν και θα γινόταν Σ’μποτάυ. Επτά χρόνια η Τσιάπε θα είχε την πλήρη εξουσία και μετά θα πέθαινε. Τότε, αυτός θα διάλεγε μια καινούρια Σ’μπόαν και θα ήταν αυτός απόλυτος κυρίαρχος μέχρι τον θάνατό του σε επτά χρόνια. Ακολουθούν αυτόν τον κύκλο εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια χωρίς διακοπή». Άφησε ένα γελάκι και κούνησε το κεφάλι με απορία. «Ο Σαοφάν κι η Τσιάπε ισχυρίζονται ότι οι θάνατοι είναι φυσικοί. Η Βούληση του Σχήματος, έτσι το ονομάζουν».

Ο Σαμαήλ είχε στυλώσει τα μάτια στους ανθρώπους εκεί κάτω. Η Γκρένταλ φλυαρούσε σαν χαζή, αλλά θα ξεγελιόταν μόνο ένας που ήταν στ’ αλήθεια χαζός. Αυτά που έμοιαζαν να της ξεφεύγουν ανάμεσα στις φλυαρίες της συχνά ήταν βαλμένα προσεχτικά σαν βελόνα κόντζε. Το κλειδί ήταν να καταλάβεις γιατί τα έλεγε και ποιο ήταν το όφελος στο οποίο αποσκοπούσε. Γιατί έτσι ξαφνικά είχε αρπάξει ζωάκια από τόσο μακρινό μέρος; Συνήθως προτιμούσε την ευκολία της. Προσπαθούσε να του στρέψει την προσοχή στις χώρες που υπήρχαν πέρα από την Ερημιά, πείθοντάς τον ότι υπήρχαν συμφέροντά της εκεί; Το πεδίο της μάχης ήταν εδώ. Εδώ θα πρωτάγγιζε ο Μέγας Άρχοντας όταν απελευθερωνόταν. Ο υπόλοιπος κόσμος θα ένιωθε τον απόηχο των καταιγίδων, ίσως ακόμα να τον μάστιζαν καταιγίδες, αλλά εκείνες οι καταιγίδες θα ξεκινούσαν από εδώ.

«Εφόσον τόσα άτομα της οικογένειας του Ντομανού βασιλιά έχουν την έγκρισή σου», της είπε ξερά, «με παραξενεύει που δεν έχεις περισσότερα». Αν ήθελε να του περισπάσει την προσοχή, θα έβρισκε τρόπο να το ξαναβάλει στην κουβέντα. Η Γκρένταλ πίστευε ότι κανένας δεν καταλάβαινε τα τεχνάσματά της.

Μια λυγερόκορμη μελαχρινή εμφανίστηκε δίπλα του, όχι νεαρή αλλά με ένα χλωμό κάλλος και μια κομψότητα που θα διαρκούσαν ολόκληρη τη ζωή της, κρατώντας με τα δύο χέρια ένα κρυστάλλινο ποτήρι με σκούρο κόκκινο κρασί. Αυτός το πήρε, αν και δεν είχε καμία πρόθεση να πιει· οι αρχάριοι κοίταζαν με τόση προσοχή να δουν κάποια μεγάλη επίθεση μέχρι που έτσουζαν τα μάτια τους, κι άφηναν ένα μοναχικό ασασίνο να τους πλησιάσει από πίσω. Οι συμμαχίες, καίτοι προσωρινές, ήταν χρήσιμες, αλλά όσο λιγότεροι Εκλεκτοί επιβίωναν ως τη Μέρα του Γυρισμού, τόσο μεγαλύτερες πιθανότητες θα είχε ένας από τους επιζήσαντες να ανακηρυχθεί Νή’μπλις. Ο Μέγας Άρχοντας πάντα ενθάρρυνε τέτοιους... ανταγωνισμούς· μόνο οι καλύτεροι άξιζαν να τον υπηρετήσουν. Μερικές φορές ο Σαμαήλ σκεφτόταν ότι εκείνος που θα επιλεγόταν για να κυβερνά τον κόσμο αιωνίως, θα ήταν ο τελευταίος Εκλεκτός που θα έμενε ζωντανός.

Η γυναίκα επέστρεψε σε έναν μυώδη νεαρό που κρατούσε έναν δίσκο με άλλο ένα κρυστάλλινο ποτήρι και μια ψηλή ασορτί καράφα. Κι οι δυο φορούσαν διαφανείς λευκούς χιτώνες, και δεν είχαν ρίξει την παραμικρή ματιά στην πύλη που έβγαζε στα διαμερίσματά του στο Ίλιαν. Όταν σέρβιρε την Γκρένταλ, στο πρόσωπο της γυναίκας ζωγραφίστηκε απόλυτη λατρεία. Ποτέ δεν υπήρχε πρόβλημα να μιλήσεις μπροστά στους υπηρέτες και στα ζωάκια της, παρ’ όλο που ανάμεσά τους δεν υπήρχε ούτε ένας Φίλος του Σκότους. Η Γκρένταλ δεν εμπιστευόταν τους Φίλους του Σκότους κι ισχυριζόταν ότι εύκολα μπορούσαν να αλλάξουν γνώμη, όμως η ένταση της Πειθούς που χρησιμοποιούσε σε όσους την υπηρετούσαν προσωπικά, δεν άφηνε περιθώριο μέσα τους για τίποτα άλλο εκτός από θαυμασμό.

«Περίμενα να δω τον βασιλιά να σερβίρει κρασί», συνέχισε ο Σαμαήλ.

«Ξέρεις ότι διαλέγω την αφρόκρεμα. Ο Αλσάλαμ δεν πληροί τις προϋποθέσεις μου». Η Γκρένταλ πήρε το κρασί από τη γυναίκα σχεδόν χωρίς να την κοιτάξει, κι ο Σαμαήλ, όχι για πρώτη φορά, αναρωτήθηκε αν τα ζωάκια ήταν άλλο ένα τέχνασμα, όπως η φλυαρία της. Αν την πίεζε, ίσως μάθαινε κάτι.