Με μια κραυγή, ρίχτηκε παραπατώντας προς τα πίσω, έπεσε πάνω στο πέτρινο τοιχίο. Με το χέρι να τρέμει, άγγιξε τα κοψίματα στο στέρνο του και σήκωσε τα ματωμένα δάχτυλα μπροστά στα γκρίζα μάπα του, χωρίς να μπορεί να το πιστέψει.
«Τι βλακώδης κίνηση ήταν αυτή, βοσκέ;» είπε απότομα ο Λαν. «Ξέρεις πέντε πράγματα πια, ή θα έπρεπε να τα ξέρεις, εκτός αν ξέχασες ό,τι πήγα να σου μάθω. Πόσο άσχημη είναι η–;» Σταμάτησε όταν ο Ραντ ύψωσε το βλέμμα πάνω του.
«Ο άνεμος». Το στόμα του Ραντ ήταν ξερό. «Με — με έσπρωξε! Ήταν... Ήταν στερεός, σαν τοίχος! »
Ο Πρόμαχος τον κοίταξε σιωπηλά, έπειτα του άπλωσε το χέρι. Ο Ραντ το πήρε και άφησε τον Λαν να τον σηκώσει όρθιο.
«Μπορεί να συμβούν παράξενα πράγματα εδώ κοντά στη Μάσαγα», είπε τελικά ο Λαν, αλλά, παρά την ανέκφραστη φωνή του, φαινόταν προβληματισμένος. Αυτό ήταν παράξενο. Οι Πρόμαχοι, αυτοί οι σχεδόν μυθικοί πολεμιστές που υπηρετούσαν τις Άες Σεντάι, σπάνια έδειχναν συναισθήματα, και ο Λαν ήταν κλειστός ακόμα και για Πρόμαχο. Πέταξε παράμερα το τσακισμένο σπαθί και έγειρε στον τοίχο, όπου βρίσκονταν τα πραγματικά σπαθιά τους, μακριά από κει που έκαναν εξάσκηση.
«Δεν ήταν έτσι», διαμαρτυρήθηκε ο Ραντ. Πλησίασε τον άλλο, μισογονάτισε, με την πλάτη κόντρα στον πέτρινο τοίχο. Έτσι η κορυφή του τοίχου ήταν ψηλότερα από το κεφάλι του, προσφέροντας κάποια προστασία από τον άνεμο. Αν ήταν άνεμος. Κανένας άνεμος ποτέ δεν είχε τέτοια αίσθηση... στερεότητας. «Μα την ειρήνη! Μπορεί ούτε ακόμα και μέσα στη Μάστιγα.»
«Για κάποιον σαν και σένα...» Ο Λαν σήκωσε τους ώμους, σαν να εξηγούσε τα πάντα αυτή η φράση. «Πότε φεύγεις, βοσκέ; Πέρασε μήνας από τότε που είπες ότι θα φύγεις, και έλεγα ότι τώρα θα είχες τρεις βδομάδες στο δρόμο.»
Ο Ραντ τον κοίταξε έκπληκτος. Φέρεται σαν να μην έγινε τίποτα! Έσμιξε τα φρύδια, άφησε κάτω το σπαθί εξάσκησης και έφερε το πραγματικό σπαθί στα γόνατα του, με τα δάχτυλά του να τρέχουν στη μακριά, τυλιγμένη με δέρμα λαβή, που είχε το σημάδι ενός μπρούτζινου ερωδιού. Άλλοι ένας μπρούτζινος ερωδιός υπήρχε στο θηκάρι και άλλος ένας ήταν χαραγμένος στη θηκαρωμένη λεπίδα. Ακόμα του φαινόταν λιγάκι παράξενο που είχε σπαθί. Που είχε καν σπαθί, πόσο μάλλον ένα με το σημάδι του δάσκαλου ξιφομάχου. Ήταν ένας αγρότης από τους Δύο Ποταμούς, που τώρα ήταν τόσο μακριά. Ίσως να ήταν για πάντα μακριά. Ο Ραντ ήταν βοσκός, σαν τον πατέρα του —Ήμουν βοσκός. Τι είμαι τώρα;— και ο πατέρας του του είχε δώσει ένα σπαθί με το σημάδι του ερωδιού. Ο Ταμ είναι ο πατέρας μου, ότι και να λένε οι άλλοι. Ευχήθηκε να μην έμοιαζαν οι σκέψεις του σαν να προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του.
Και πάλι ο Λαν φάνηκε να διαβάζει το μυαλό του. «Στις Μεθόριες, βοσκέ, αν ένας άνδρας αναλάβει να μεγαλώσει ένα παιδί, το παιδί είναι δικό του και κανείς δεν μπορεί να φέρει αντίρρηση.»
Ο Ραντ, μουτρωμένος, αγνόησε τα λόγια του Πρόμαχου. Δεν ήταν δουλειά άλλου, μόνο δική του. «Θέλω να μάθω πώς να το χρησιμοποιώ. Είναι ανάγκη.» Του είχε φέρει προβλήματα, το ότι έφερε ένα σπαθί με το σημάδι του ερωδιού. Δεν ήξεραν όλοι τι σήμαινε, ούτε και το πρόσεχαν, αλλά, έστω κι έτσι, μια λεπίδα με το σημάδι του ερωδιού, ειδικά στα χέρια ενός νεαρού, ο οποίος μόλις ήταν αρκετά μεγάλος για να τον πει κανείς άνδρα, τραβούσε την προσοχή λάθος ανθρώπων. «Κατάφερα να μπλοφάρω μερικές φορές, όταν δεν μπορούσα να τρέξω, κι επίσης στάθηκα τυχερός. Αλλά τι θα γίνει, όταν δεν θα μπορώ να φέξω, ούτε να μπλοφάρω, και στερέψει η τύχη μου;»
«Θα μπορούσες να το πουλήσεις», είπε προσεκτικά ο Λαν. «Αυτή η λεπίδα είναι σπάνια, ακόμα και μεταξύ των σπαθιών με το σημάδι του ερωδιού. Θα έβγαζες αρκετά λεφτά.»
«Όχι!» Δεν ήταν λίγες οι φορές που είχε σκεφτεί αυτή την ιδέα, αλλά την απέρριψε και τώρα για τον ίδιο λόγο που την απέρριπτε πάντα, και με περισσότερο θυμό, επειδή την είχε πει άλλος. Όσο την κρατώ, έχω το δικαίωμα να ονομάζω τον Ταμ πατέρα. Εκείνος μου την έδωσε, γι’ αυτό κι έχω το δικαίωμα. «Νόμιζα ότι όλες οι λεπίδες μ’ αυτό το σημάδι ήταν σπάνιες.»
Ο Λαν τον λοξοκοίταξε. «Ο Ταμ δεν σου το είπε, λοιπόν; Πρέπει να το ήξερε. Ίσως δεν το πίστευε. Είναι πολλοί που δεν το πιστεύουν.» Πήρε το δικό του σπαθί, που ήταν σχεδόν δίδυμο με το σπαθί του Ραντ, με εξαίρεση τους ερωδιούς που έλειπαν, και τράβηξε το θηκάρι. Η λεπίδα, κάπως κυρτή και με μονή κόψη, ασήμισε στο φως του ήλιου.
Ήταν το σπαθί των βασιλιάδων της Μαλκίρ. Ο Λαν δεν μιλούσε γι’ αυτό — δεν του άρεσε καν να μιλούν γι’ αυτό οι άλλοι — όμως ο αλ’Λαν Μαντράγκοραν ήταν ο Άρχοντας των Επτά Πύργων, Άρχοντας των Λιμνών και άστεφτος Βασιλιάς της Μαλκίρ. Τώρα οι Επτά Πύργοι είχαν πέσει και οι Χίλιες Λίμνες ήταν το λημέρι ακάθαρτων πλασμάτων. Τη Μαλκίρ την είχε καταπιεί η Μεγάλη Μάστιγα, και απ’ όλους τους Μαλκιρινούς άρχοντες μονάχα ένας ζούσε.