Выбрать главу

«Θα ’θελα να το δω», είπε ο Λόιαλ. «Ποτέ δεν άκουσα γι’ αυτό το μνημείο».

Ο Ίνγκταρ έμεινε σιωπηλός για μια στιγμή, και όταν μίλησε η φωνή του ήταν χαμηλή. «Δεν είναι πια εκεί, Κατασκευαστή. Όταν πέθανε ο Γερακόφτερος, εκείνοι που πολέμησαν για την αυτοκρατορία του δεν άντεχαν να αφήσουν ένα μνημείο σε μια νίκη του, ακόμα κι όταν δεν ανέφερε το όνομά του. Δεν έχει απομείνει τίποτα, εκτός από τον γήλοφο στον οποίο στεκόταν. Αυτόν τουλάχιστον θα τον δούμε σε τρεις-τέσσερις μέρες». Ο τόνος του δεν άφησε περιθώρια για άλλη συζήτηση.

Ενώ ο ήλιος κρεμόταν ολόχρυσος από πάνω τους, προσπέρασαν μια κατασκευή, τετραγωνισμένη, με σοβατισμένους τούβλινους τοίχους, η οποία απείχε λιγότερο από ένα μίλι από το δρόμο τους. Λεν ήταν ψηλό κτίσμα και ο Ραντ πουθενά δεν έβλεπε να έχει απομείνει κάτι ψηλότερο από τον πρώτο όροφο, αλλά κάλυπτε αρκετή έκταση. Έδειχνε να είναι εγκαταλειμμένο από καιρό· οι στέγες είχαν πέσει, μόνο μερικά σημεία απέμεναν, στα οποία σκούρα κεραμίδια ήταν ακόμα κολλημένα πάνω στις επιστεγίδες, ο σοβάς, που κάποτε ήταν άσπρος, είχε πέσει, αφήνοντας γυμνά τα μαυρισμένα κι φαγωμένα από τον καιρό τούβλα, και υπήρχαν τοίχοι που είχαν σωριαστεί, φανερώνοντας εσωτερικές αυλές και θαλάμους παραδομένους στη φθορά. Στις ραγισματιές των εσωτερικών αυλών φύτρωναν θάμνοι, ακόμα και δέντρα.

«Αρχοντικό», εξήγησε ο Ίνγκταρ. Το λιγοστό κέφι που του είχε μείνει φάνηκε να εξανεμίζεται, καθώς κοίταζε το κτίσμα. «Όταν έστεκε ακόμα το Χάραντ Ντακάρ, φαντάζομαι πως ο ιδιοκτήτης του καλλιεργούσε τη γη σε απόσταση μιας λεύγας προς όλες τις κατευθύνσεις. Ίσως να είχε περιβόλια. Οι Χαρντανοί αγαπούσαν πολύ τα περιβόλια τους».

«Το Χάραντ Ντακάρ;» είπε ο Ραντ, και ο Ίνγκταρ ξεφύσηξε.

«Δεν μαθαίνει κανείς πια ιστορία; Το Χάραντ Ντακάρ, η πρωτεύουσα του Χαρντάν, που ήταν κάποτε το έθνος που διασχίζουμε τώρα».

«Είδα έναν παλιό χάρτη», απάντησε ο Ραντ με σφιγμένη φωνή. «Ξέρω για τα έθνη που δεν υπάρχουν πια. Το Μαρέντο, και η Γκοάμπαν, και το Καραλαίν. Αλλά δεν έλεγε για Χαρντάν».

«Υπήρχαν κάποτε κι άλλα, τα οποία τώρα έχουν χαθεί», είπε ο Λόιαλ. «Το Μαρ Χάντον, που τώρα είναι το Χάντον Μιρκ, και το Άλμοθ. Η Κιντάρα. Ο Εκατονταετής Πόλεμος τεμάχισε την αυτοκρατορία του Άρτουρ του Γερακόφτερου σε πολλά έθνη, μεγάλα και μικρά. Τα μικρά ή τα κατάπιαν τα μεγάλα, ή ενώθηκαν μεταξύ τους, όπως η Αλτάρα και το Μουράντυ. Μάλλον, θα ήταν πιο σωστό να πω ότι αναγκάστηκαν να ενωθούν».

«Τι έπαθαν λοιπόν;» ζήτησε να μάθει ο Ματ. Ο Ραντ δεν είχε προσέξει τον Ματ και τον Πέριν, οι οποίοι είχαν πλησιάσει κοντά τους. Την τελευταία φορά που τους είχε δει, ήταν στην οπισθοφυλακή, όσο το δυνατόν πιο μακριά από τον Ραντ αλ’Θορ.

«Δεν άντεξαν να μείνουν μαζί», αποκρίθηκε ο Ογκιρανός. «Η σοδειά χαλούσε, ή το εμπόριο δεν πήγαινε καλά. Οι άνθρωποι δεν τα έβγαζαν πέρα. Πάντα κάτι πήγαινε στραβά και το έθνος μαραινόταν. Συχνά οι γειτονικές χώρες έπαιρναν τη γη για δική τους, αλλά αυτές οι προσαρτήσεις ποτέ δεν κρατούσαν πολύ. Με τον καιρό η γη εγκαταλειπόταν οριστικά. Μερικά χωριά μοχθούσαν εδώ κι εκεί, αλλά τα περισσότερα μέρη έχουν ερημώσει. Πέρασαν σχεδόν τριακόσια χρόνια από τότε που τελικά εγκαταλείφθηκε το Χάραντ Ντακάρ, αλλά και πριν, από τότε ήταν ένα κουφάρι, με βασιλιά που δεν είχε εξουσία, ούτε και εντός των τειχών. Απ’ ό,τι ξέρω, το Χάραντ Ντακάρ τώρα έχει εξαφανιστεί εντελώς. Οι πόλεις και τα χωριά του Χαρντάν έχουν χαθεί, οι χωρικοί κουβάλησαν αλλού τις πέτρες για δική τους χρήση. Τα πιο πολλά αγροκτήματα και τα χωριά που έγιναν μ’ αυτές τις πέτρες έχουν επίσης χαθεί. Αυτό διάβασα, και δεν έχω δει τίποτα που να λέει κάτι άλλο».

«Ήταν σπουδαίο νταμάρι, το Χάραντ Ντακάρ, σχεδόν για εκατό χρόνια», είπε πικρά ο Ίνγκταρ. «Τελικά ο κόσμος έφυγε, και κουβάλησαν αλλού την πόλη, πέτρα-πέτρα. Όλα χάθηκαν, κι ό,τι δεν χάθηκε ξεθωριάζει. Τα πάντα, παντού, ξεθωριάζουν. Δεν υπάρχει σχεδόν κανένα έθνος που να εξουσιάζει τη γη που διεκδικεί στους χάρτες, και δεν υπάρχει χώρα που να διεκδικεί σήμερα στους χάρτες όσα διεκδικούσε έστω και πριν από εκατό χρόνια. Όταν τελείωσε ο Εκατονταετής Πόλεμος, μπορούσες να πας με τ’ άλογο από το ένα έθνος στο άλλο δίχως διακοπή, μέχρι να φτάσεις από τη Μάστιγα ως τη Θάλασσα των Καταιγίδων. Τώρα περνάμε από χωριά που δεν τα διεκδικεί κανένα έθνος σχεδόν σ’ όλες τις άκρες αυτής της γης. Εμείς στις Μεθόριες έχουμε τη μάχη μας με τη Μάστιγα, που μας κρατά δυνατούς και ενωμένους. Ίσως αυτοί δεν είχαν αυτό που χρειαζόταν για να μείνουν δυνατοί. Λες ότι δεν τα έβγαλαν πέρα, Κατασκευαστή; Ναι, έσβησαν, και ποιο έθνος που σήμερα στέκει ολόκληρο, αύριο δεν  θα  σβήσει;  Παρασυρόμαστε,   το  είδος  των  ανθρώπων. Παρασυρόμαστε σαν φύλλα στην πλημμύρα. Πόσος καιρός ακόμα, μέχρι να μείνουν μονάχα οι Μεθόριες; Πόσος καιρός ακόμα, μέχρι να πέσουμε κι εμείς, και να μην μείνει τίποτα εκτός από Τρόλοκ και Μυρντράαλ, ως κάτω στη Θάλασσα των Καταιγίδων;»