Όλοι έμειναν βουβοί, σοκαρισμένοι. Ακόμα και ο Ματ δεν μίλησε. Ο Ίνγκταρ συνέχισε να προχωρά, χαμένος στις σκοτεινές σκέψεις του.
Μετά από κάποια ώρα, οι ανιχνευτές γύρισαν καλπάζοντας, με το κορμί στητό στη σέλα, με τη λόγχη να τρυπά τον ουρανό. «Ένα χωριό μπροστά, Άρχοντά μου. Δεν μας είδαν, μα βρίσκεται ακριβώς στο δρόμο μας».
Ο Ίνγκταρ έδιωξε την κατήφειά του μ’ ένα τίναγμα της κεφαλής, αλλά δεν μίλησε, παρά μόνο όταν έφτασαν στην κορυφή μιας ραχούλας και κοίταζαν από ψηλά το χωριό, και τότε απλώς για να διατάζει να σταματήσουν, ενώ έβγαζε ένα κιάλι από τα σακίδιά του και το ύψωνε για να κοιτάξει το χωριό.
Ο Ραντ περιεργάστηκε το χωριό με ενδιαφέρον. Ήταν μεγάλο σαν το Πεδίο του Έμοντ, αν κι αυτό δεν ήταν τόσο μεγάλο σε σύγκριση με άλλα που είχε δει μετά τους Δύο Ποταμούς, πόσο μάλλον με τις πόλεις. Τα σπίτια ήταν όλα χαμηλά και σοβατισμένα με άσπρο πηλό, και έμοιαζαν να έχουν γρασίδι, που φύτρωνε στις γερτές στέγες. Καμιά δεκαριά ανεμόμυλοι γυρνούσαν τεμπέλικα, σκορπισμένοι ανάμεσα στα σπίτια του χωριού, και τα μακριά, σκεπασμένα με πανί φτερά τους άστραφταν, κάτασπρα στον ήλιο. Ένα χαμηλό τείχος αγκάλιαζε το χωριό, από Θάμνους, ψηλό ως το στήθος ανθρώπου, και έξω απ’ αυτό υπήρχε ένα πλατύ χαντάκι, με μυτερούς πασσάλους στον πάτο. Το τείχος είχε ένα άνοιγμα, στο οποίο ο Ραντ δεν έβλεπε να υπάρχει πύλη, αλλά του φαινόταν πως θα μπορούσε να κλείσει εύκολα με κάρο ή άμαξα. Δεν διέκρινε ανθρώπους πουθενά.
«Ούτε ένα σκυλί δεν φαίνεται», είπε ο Ίνγκταρ, ξαναβάζοντας το κιάλι στα σακίδια. «Είστε σίγουροι ότι δεν σας είδαν;» ρώτησε τους ανιχνευτές.
«Σίγουροι, εκτός αν έχουν την τύχη του Σκοτεινού, Άρχοντά μου», αποκρίθηκε ένας στρατιώτης. «Δεν περάσαμε την κορφή της ράχης. Ούτε και τότε είδαμε να τριγυρνά κανένας, Άρχοντά μου».
Ο Ίνγκταρ ένευσε. «Τα ίχνη, Χούριν;»
Ο Χούριν ανάσανε βαθιά. «Προς το χωριό, Άρχοντά μου. Κατευθείαν προς το χωριό, απ’ όσο νιώθω από δω».
«Τα μάτια ανοιχτά», διέταξε ο Ίνγκταρ, πιάνοντας τα χαλινάρια. «Και μην πιστεύετε ότι είναι φίλοι μόνο επειδή χαμογελούν. Αν είναι κανείς εκεί». Τους οδήγησε προς το χωριό με αργό ρυθμό, και άπλωσε το χέρι για να χαλαρώσει το σπαθί στο θηκάρι του.
Ο Ραντ άκουσε τους άλλους πίσω του να κάνουν το ίδιο. Μετά από μια στιγμή, χαλάρωσε και το δικό του. Το να μείνεις ζωντανός δεν είναι ίδιο πράγμα με το να προσπαθείς να γίνεις ήρωας, σκέφτηκε.
«Νομίζεις ότι αυτοί οι άνθρωποι θα βοηθούσαν τους Σκοτεινόφιλους;» ρώτησε ο Πέριν τον Ίνγκταρ. Ο Σιναρανός άργησε να απαντήσει.
«Δεν πολυαγαπούν τους Σιναρανούς», είπε τελικά. «Νομίζουν όχι θα ’πρεπε να τους προστατεύουμε. Εμείς, ή οι Καιρχινοί. Η Καιρχίν διεκδίκησε αυτή τη γη, όταν είχε πεθάνει και ο τελευταίος Βασιλιάς του Χαρντάν. Διεκδίκησαν όλο το μέρος ως τον Ερίνιν. Αλλά δεν μπορούσαν να την κρατήσουν. Εγκατέλειψαν τις διεκδικήσεις τους πριν εκατό χρόνια περίπου. Οι λιγοστοί άνθρωποι που ακόμα ζουν εδώ δεν ανησυχούν για Τρόλοκ, τόσο χαμηλά στο νότο, αλλά υπάρχουν αρκετοί επιδρομείς. Γι’ αυτό είναι το τείχος και το χαντάκι. Όλα τα χωριά τους είναι έτσι. Τα χωράφια τους θα είναι κρυμμένα σε λακκώματα εδώ γύρω, αλλά κανένας δεν θα ζει έξω από το τείχος. Θα ορκίζονταν υποταγή σε οποιονδήποτε βασιλιά που θα τους πρόσφερε την προστασία του, αλλά εμείς κάνουμε ό,τι μπορούμε με τους Τρόλοκ. Γι’ αυτό δεν μας αγαπούν». Καθώς έφταναν στο άνοιγμα του κοντού τείχους, πρόσθεσε ξανά, «Τα μάτια ανοιχτά!»
Όλοι οι δρόμοι οδηγούσαν στην πλατεία του χωριού, αλλά δεν ήταν κανείς στους δρόμους, ούτε κανείς κρυφοκοίταζε από παράθυρο. Ούτε ένα σκυλί δεν σάλευε, ούτε καν μια κότα. Τίποτα το ζωντανό. Οι ανοιχτές πόρτες γυρνούσαν, τρίζοντας στον άνεμο, σε αντίστιξη με το ρυθμικό κρωγμό των ανεμόμυλων. Οι οπλές των αλόγων ηχούσαν δυνατά στο πατημένο χώμα του δρόμου.
«Όπως στο πέραμα», μουρμούρισε ο Χούριν, «αλλά διαφορετικά». Καθόταν καμπουριασμένος στη σέλα του, με το κεφάλι χαμηλωμένο, σαν να ήθελε να το κρύψει ανάμεσα στους ώμους του. «Υπήρξε βία, αλλά... Δεν ξέρω. Ήταν άσχημα εδώ. Μυρίζει άσχημα»,
«Ούνο», είπε ο Ίνγκταρ, «πάρε μια διμοιρία και ψάξε τα σπίτια. Αν βρεις κανέναν, φέρ’ τον μου στην πλατεία. Αυτή τη φορά όμως μην τους τρομάξεις. Θέλω απαντήσεις, όχι κόσμο να τρέχει για να γλιτώσει». Οδήγησε τους υπόλοιπους στρατιώτες προς το κέντρο του χωριού, ενώ ο Ούνο έβαζε τους δέκα άνδρες του να αφιππεύσουν.