Ο Ραντ κοντοστάθηκε, κοιτάζοντας τριγύρω. Οι πόρτες που έτριζαν, οι ανεμόμυλοι που έκρωζαν, οι οπλές των αλόγων, τα πάντα έκαναν πολλή φασαρία, σαν να μην υπήρχε άλλος ήχος στον κόσμο. Με το βλέμμα χτένισε τα σπίτια. Οι κουρτίνες ενός ανοιχτού παραθύρου χτυπούσαν την πρόσοψη του σπιτιού. Τα πάντα έμοιαζαν στερημένα ζωής. Αναστέναξε, κατέβηκε από τ’ άλογο και πλησίασε το κοντινότερο σπίτι, και μετά σταμάτησε, κοιτάζοντας την πόρτα.
Είναι μια απλή πόρτα. Τι φοβάσαι; Ευχήθηκε να μην αισθανόταν πως κάτι υπήρχε από την άλλη πλευρά. Την έσπρωξε κι άνοιξε.
Μέσα ήταν ένα περιποιημένο δωμάτιο. Ή ήταν έτσι κάποτε. Το τραπέζι ήταν στρωμένο για φαγητό, με τις καρέκλες στημένες ολόγυρα, με μερικά πιάτα ήδη σερβιρισμένα. Μερικές μύγες βούιζαν πάνω από πιάτα με γογγύλια και μπιζέλια και αρκετές ακόμα σέρνονταν στο παγωμένο ψητό, που στεκόταν στο παγωμένο λίπος του. Υπήρχε μια μισοκομμένη φέτα στο ψητό, με το πιρούνι ακόμα καρφωμένο στο κρέας και το μεγάλο μαχαίρι που κειτόταν ως τη μέση στο δίσκο, σαν να είχε πέσει από κάποιο χέρι. Ο Ραντ μπήκε μέσα.
Σκοτείνιασμα.
Ένας χαμογελαστός, φαλακρός άνδρας με κακοφτιαγμένα ρούχα έβαζε μια φέτα κρέας στο πιάτο, που κρατούσε μια γυναίκα με ταλαιπωρημένο πρόσωπο. Και η γυναίκα, επίσης, ήταν χαμογελαστή· πρόσθεσε μπιζέλια και γογγύλια στο πιάτο και το έδωσε σε ένα από τα παιδιά, τα οποία κάθονταν γύρω από το τραπέζι. Συνολικά ήταν πέντε-έξι παιδιά, αγόρια και κορίτσια κάθε ηλικίας, από το πιο μεγάλο, που ήταν στο τέλος της εφηβείας, ως το πιο μικρό, που μόλις έφτανε να κοιτάξει πάνω από το τραπέζι. Η γυναίκα είπε κάτι, και το κορίτσι που έπαιρνε το πιάτο γέλασε, Ο άνδρας άρχισε να κόβει άλλη μια φέτα κρέας.
Ξαφνικά, ένα άλλο κορίτσι τσίριξε, δείχνοντας την πόρτα που άνοιγε στο δρόμο. Ο άνδρας έριξε το μεγάλο μαχαίρι και στριφογύρισε, και μετά ούρλιαξε κι αυτός, με πρόσωπο αλλοιωμένο από τρόμο και αγκάλιασε ένα από τα παιδιά. Η γυναίκα άρπαξε ένα άλλο κι έκανε απελπισμένα νοήματα στα υπόλοιπα, με το στόμα της να ανοιγοκλείνει γοργά, σιωπηλά. Έφεξαν όλοι σε μια πόρτα στο πίσω μέρος του δωματίου.
Εκείνη η πόρτα άνοιξε διάπλατα, και—
Σκοτείνιασμα.
Ο Ραντ δεν μπορούσε να κουνηθεί. Το βούισμα από τις μύγες που πετούσαν πάνω από το τραπέζι ακουγόταν πιο δυνατό. Η ανάσα του έφτιαχνε ένα συννεφάκι μπροστά στο στόμα του.
Ένας χαμογελαστός, φαλακρός άνδρας με κακοφτιαγμένα ρούχα έβαζε μια φέτα κρέας στο πιάτο, που κρατούσε μια γυναίκα με ταλαιπωρημένο πρόσωπο. Και η γυναίκα, επίσης, ήταν χαμογελαστή· πρόσθεσε μπιζέλια και γογγύλια στο πιάτο και το έδωσε σε ένα από τα παιδιά, τα οποία κάθονταν γύρω από το τραπέζι. Συνολικά ήταν πέντε-έξι παιδιά, αγόρια και κορίτσια κάθε ηλικίας, από το πιο μεγάλο, που ήταν στο τέλος της εφηβείας, ως το πιο μικρό, που μόλις έφτανε να κοιτάξει πάνω από το τραπέζι. Η γυναίκα είπε κάτι και το κορίτσι που έπαιρνε το πιάτο γέλασε. Ο άνδρας άρχισε να κόβει άλλη μια φέτα κρέας.
Ξαφνικά, ένα άλλο κορίτσι τσίριξε, δείχνοντας την πόρτα που άνοιγε στο δρόμο. Ο άνδρας έριξε το μεγάλο μαχαίρι και στριφογύρισε, και μετά ούρλιαξε κι αυτός, με πρόσωπο αλλοιωμένο από τρόμο, και αγκάλιασε ένα από τα παιδιά. Η γυναίκα άρπαξε ένα άλλο, κι έκανε απελπισμένα νοήματα στα υπόλοιπα, με το στόμα της να ανοιγοκλείνει γοργά, σιωπηλά. Έτρεξαν όλοι στην πόρτα στο πίσω μέρος του δωματίου.
Εκείνη η πόρτα άνοιξε διάπλατα, και—
Σκοτείνιασμα.
Ο Ραντ πάλεψε, μα οι μύες του είχαν παγώσει. Το δωμάτιο ήταν πιο κρύο· του ερχόταν τρέμουλο, αλλά οι μύες του ούτε τόσο λίγο δεν σάλευαν. Οι μύγες σέρνονταν παντού πάνω στο τραπέζι. Έψαξε να βρει το κενό. Το αναγουλιαστικό φως ήταν εκεί, μα δεν τον ένοιαζε. Έπρεπε να—
Σκοτείνιασμα.
Ένας χαμογελαστός, φαλακρός άνδρας με κακοφτιαγμένα ρούχα έβαζε μια φέτα κρέας στο πιάτο, που κρατούσε μια γυναίκα με ταλαιπωρημένο πρόσωπο. Και η γυναίκα, επίσης, ήταν χαμογελαστή· πρόσθεσε μπιζέλια και γογγύλια στο πιάτο και το έδωσε σε ένα από τα παιδιά, τα οποία κάθονταν γύρω από το τραπέζι. Συνολικά ήταν πέντε-έξι παιδιά, αγόρια και κορίτσια κάθε ηλικίας, από το πιο μεγάλο, που ήταν στο τέλος της εφηβείας, ως το πιο μικρό, που μόλις έφτανε να κοιτάξει πάνω από το τραπέζι. Η γυναίκα είπε κάτι και το κορίτσι που έπαιρνε το πιάτο γέλασε. Ο άνδρας άρχισε να κόβει άλλη μια φέτα κρέας.
Ξαφνικά, ένα άλλο κορίτσι τσίριξε, δείχνοντας την πόρτα που άνοιγε στο δρόμο. Ο άνδρας έριξε το μεγάλο μαχαίρι και στριφογύρισε, και μετά ούρλιαξε κι αυτός, με πρόσωπο αλλοιωμένο από τρόμο, και αγκάλιασε ένα από τα παιδιά. Η γυναίκα άρπαξε ένα άλλο, κι έκανε απελπισμένα νοήματα στα υπόλοιπα, με το στόμα της να ανοιγοκλείνει γοργά, σιωπηλά. Έτρεξαν όλοι σε μια πόρτα στο πίσω μέρος του δωματίου.