Εκείνη η πόρτα άνοιξε διάπλατα, και—
Σκοτείνιασμα.
Στο δωμάτιο είχε παγωνιά. Τόσο κρύο. Οι μύγες είχαν σκεπάσει ολόκληρο το τραπέζι· οι τοίχοι ήταν μια αναβράζουσα μάζα από μύγες — το πάτωμα, το ταβάνι, κατάμαυρα όλα. Σέρνονταν πάνω στον Ραντ, τον κουκούλωναν, σέρνονταν στο πρόσωπό του, στα μάτια του, στη μύτη του, στο στόμα του. Φως μου, βοήθησε με. Κρύο. Οι μύγες βούιζαν σαν βροντή. Κρύο. Το κρύο διαπερνούσε το κενό, χλεύαζε την αδειανωσύνη, τον τύλιγε με πάγο. Άπλωσε απελπισμένος προς το φως που τρεμόπαιζε. Το στομάχι του ανακατωνόταν, αλλά το φως ήταν ζεστό. Ζεστό. Καυτό. Ένιωθε να καίει.
Ξαφνικά, άρχισε να σχίζει... κάτι. Δεν ήξερε τι, δεν ήξερε πώς. Ιστοί φτιαγμένοι από ατσάλι. Αχτίδες σεληνόφωτος, φτιαγμένες από μάρμαρο. Κατέρρεαν στο άγγιγμά του, αλλά ήξερε ότι δεν είχε αγγίξει τίποτα. Ζάρωναν κι έλιωναν από την κάψα που φούσκωνε μέσα του, κάψα, σαν φωτιά καμινιού, κάψα, σαν τον κόσμο που καιγόταν, κάψα, σαν—
Όλα χάθηκαν. Λαχανιασμένος, κοίταξε γύρω με μάτια ορθάνοιχτα. Μερικές μύγες κείτονταν στο μισοκομμένο ψητό, στην πιατέλα. Ψόφιες μύγες. Έξι μύγες. Μόνο έξι. Υπήρχαν κι άλλες στις γαβάθες, πεντ’ έξι μαύρα σημαδάκια ανάμεσα στα κρύα λαχανικά. Όλες ήταν ψόφιες. Βγήκε στο δρόμο τρεκλίζοντας.
Ο Ματ μόλις έβγαινε από ένα σπίτι στην απέναντι μεριά του δρόμου, κουνώντας το κεφάλι. «Κανείς εδώ», είπε στον Πέριν, που ήταν ακόμα καβάλα στο άλογο. «Λες και πάνω που έτρωγαν, σηκώθηκαν κι έφυγαν».
Μια φωνή ακούστηκε από την πλατεία.
«Κάτι βρήκαν», είπε ο Πέριν, χτυπώντας το άλογο με τις φτέρνες του. Ο Ματ ανέβηκε στη σέλα και κάλπασε πίσω του.
Ο Ραντ καβάλησε αργά τον Κοκκινοτρίχη· το άλογο αρνιόταν, σαν να ένιωθε την ταραχή του. Κοίταζε τα σπίτια, καθώς προχωρούσε σιγά προς την πλατεία, αλλά δεν άντεχε να τα κοιτάζει πολύ. Ο Ματ μπήκε μέσα και δεν έπαθε τίποτα. Αποφάσισε να μην ξαναμπεί σε σπίτι αυτού του χωριού, για κανένα λόγο. Κλώτσησε τον Κοκκινοτρίχη, να ταχύνει το βήμα.
Όλοι στέκονταν σαν αγάλματα μπροστά σ’ ένα μεγάλο κτίριο με πλατιά, δίφυλλη πόρτα. Ο Ραντ σκέφτηκε πως δεν μπορούσε να είναι πανδοχείο κατ’ αρχάς δεν είχε πινακίδα. Ίσως ήταν μέρος συνάθροισης των χωρικών. Μπήκε κι αυτός στον σιωπηλό κύκλο των θεατών, και κοίταξε αυτό που έβλεπαν.
Ήταν ένας άνδρας, με τα χέρια και τα πόδια απλωμένα πάνω στις πόρτες, με χοντρά καρφιά στους καρπούς και τους ώμους. Είχαν καρφώσει κι άλλα καρφιά στα μάτια του για να μην γέρνει το κεφάλι. Στα μάγουλα υπήρχαν ρυάκια από σκούρο, ξεραμένο αίμα. Τα ξυσμένα σημεία στο ξύλο πίσω από τις μπότες του έδειχναν ότι ο άνθρωπος ήταν ζωντανός όσο κρατούσε αυτό. Ή, τουλάχιστον, όταν είχε αρχίσει.
Του Ραντ του κόπηκε η ανάσα. Όχι άνθρωπος. Αυτά τα μαύρα ρούχα, πιο μαύρα κι από το μαύρο, ποτέ δεν τα είχε φορέσει ανθρώπινο ον. Ο άνεμος που φυσούσε ανασήκωσε τη μια γωνιά του μανδύα, ο οποίος ήταν πιασμένος πίσω από το πτώμα —ο Ραντ ήξερε καλά πως δεν ήταν πάντα έτσι· ο άνεμος παλιά δεν άγγιζε αυτά τα ρούχα— αλλά ποτέ δεν είχε μάτια αυτό το κατάχλομο πρόσωπο.
«Μυρντράαλ», είπε ξέπνοα, και ήταν σαν να είχε ελευθερώσει τους άλλους. Άρχισαν πάλι να κινούνται και να ανασαίνουν.
«Ποιος», έκανε ο Ματ, και αναγκάστηκε να σταματήσει και να ξεροκαταπιεί. «Ποιος μπορεί να κάνει τέτοιο πράγμα σε Ξέθωρο;» Η φωνή του στο τέλος βγήκε ψιλή.
«Δεν ξέρω», είπε ο Ίνγκταρ. «Δεν ξέρω». Κοίταξε γύρω, μελετώντας τα πρόσωπα τους, ή ίσως μετρώντας, για να βεβαιωθεί πως όλοι ήταν εκεί. «Και δεν νομίζω να μάθουμε τίποτα εδώ. Φύγαμε. Στα άλογα! Χούριν, βρες τα ίχνη που φεύγουν από αυτό το μέρος».
«Ναι, Άρχοντά μου. Ναι. Ευχαρίστως. Κατά κει, Άρχοντά μου. Ακόμα κατευθύνονται νότια».
Έφυγαν, αφήνοντας τον νεκρό Μυρντράαλ εκεί που κρεμόταν, με τον αέρα να κουνά το μαύρο μανδύα του. Ο Χούριν βγήκε πρώτος από το τείχος, χωρίς αυτή τη φορά να περιμένει τον Ίνγκταρ, αλλά κι ο Ραντ δεν καθυστέρησε.
11
Λαμπυρίσματα στο Σχήμα
Αντίθετα από άλλες φορές, ο Ίνγκταρ έδωσε τέλος στην πορεία τους εκείνη τη μέρα όταν ακόμα ο ήλιος έλαμπε χρυσός πάνω από τον ορίζοντα. Οι σκληραγωγημένοι Σιναρανοί ένιωθαν το άγγιγμα όσων είχαν δει στο χωριό. Ο Ίνγκταρ δεν είχε σταματήσει άλλοτε τόσο νωρίς, και το μέρος που διάλεξε για να στρατοπεδεύσουν έμοιαζε με μέρος στο οποίο θα μπορούσαν να αμυνθούν. Ήταν ένα βαθύ λάκκωμα, σχεδόν στρογγυλό, αρκετά μεγάλο για να χωρά με άνεση τους ανθρώπους και τα άλογα. Ένα αραιό δασάκι από χαμόδεντρα και σημύδες κάλυπτε τις εξωτερικές πλαγιές. Το χείλος ήταν αρκετά ψηλό για να κρύψει τους ανθρώπους στο στρατόπεδο, ακόμα και χωρίς τα δέντρα. Με τέτοιο ύψος, ήταν σωστός λόφος γι’ αυτή την περιοχή.