Выбрать главу

«Εμένα!» αναφώνησε ο Ραντ, ξεχνώντας και το δέμα και τα πάντα. Ο Ίνγκταρ απάντησε στο απορημένο βλέμμα του με ένα γαλήνιο νεύμα. «Αυτό είναι τρέλα! Εγώ το μόνο που έχω οδηγήσει ήταν ένα κοπάδι πρόβατα. Όπως και να ’χει, οι άνδρες δεν θα με ακολουθούσαν. Εκτός αυτού, η Μουαραίν δεν μπορεί να σου πει ποιος είναι ο υπαρχηγός σου. Είναι ο Ούνο».

«Το πρωί που φύγαμε, ο Άρχοντας Άγκελμαρ κάλεσε εμένα και τον Ούνο. Η Μουαραίν ήταν παρούσα, αλλά μου το είπε ο Άρχοντας Άγκελμαρ. Είσαι ο υπαρχηγός μου, Ραντ».

«Μα γιατί, Ίνγκταρ; Γιατί;» Το χέρι της Μουαραίν φαινόταν ολοκάθαρα σ’ όλα αυτά, το δικό της και της Άμερλιν, που τον έσπρωχναν στο δρόμο που είχαν επιλέξει αυτές, αλλά έπρεπε να ρωτήσει.

Ο Σιναρανός φαινόταν πως ούτε κι αυτός καταλάβαινε, αλλά ήταν στρατιώτης, συνηθισμένος να δέχεται αλλόκοτες διαταγές στον ατέλειωτο πόλεμο με τη Μάστιγα. «Άκουσα από τους γυναικωνίτες φήμες, ότι στην πραγματικότητα είσαι...» Άπλωσε τα χέρια του, που φορούσαν ακόμα χειρόκτια. «Δεν έχει σημασία. Ξέρω ότι το αρνείσαι. Όπως αρνείσαι και την όψη του προσώπου σου. Η Μουαραίν Σεντάι λέει ότι είσαι βοσκός, αλλά εγώ ποτέ δεν είδα βοσκό να κρατά λεπίδα με το σήμα του ερωδιού. Δεν έχει σημασία. Δεν λέω πως εγώ θα σε διάλεγα, αλλά νομίζω πως το έχεις μέσα σου, και μπορείς να κάνεις αυτό που πρέπει. Θα κάνεις το καθήκον σου, αν καταλήξουμε εκεί».

Ο Ραντ θέλησε να πει ότι δεν ήταν δικό του καθήκον, μα είπε, «Ο Ούνο το ξέρει. Ποιοι άλλοι, Ίνγκταρ;»

«Όλοι οι λογχοφόροι. Όταν εκστρατεύουμε εμείς οι Σιναρανοί, ο καθένας μας ξέρει ποιος είναι επόμενος στην ιεραρχία, αν σκοτωθεί αυτός που έχει τη διοίκηση. Μια αλυσίδα που δεν σπάει, που καταλήγει στον τελευταίο που απομένει ζωντανός, ακόμα κι αν αυτός δεν είναι παρά ένας ιπποκόμος. Καταλαβαίνεις, μ’ αυτόν τον τρόπο, ακόμα κι αν είναι ο τελευταίος, δεν είναι απλώς ένας κακομοίρης, που τρέχει και παλεύει να επιζήσει. Η διοίκηση περνά στα χέρια του, και το καθήκον τον καλεί να κάνει αυτό που πρέπει να γίνει. Αν πάω εγώ στο τελευταίο αγκάλιασμα της μητέρας, το καθήκον πέφτει πάνω σου. Θα βρεις το Κέρας και θα το πας εκεί που ανήκει. Θα το κάνεις». Ο Ίνγκταρ τόνισε ιδιαίτερα τα τελευταία λόγια του.

Το δέμα στα χέρια του Ραντ έμοιαζε να ζυγίζει εκατό κιλά. Φως μου, κι από εκατό λεύγες μακριά απλώνει το χέρι να τραβήξει το λουρί μου. Από δω, Ραντ. Από κει. Είσαι ο Ξαναγεννημένος Δράκοντας, Ραντ. «Δεν θέλω αυτό το καθήκον, Ίνγκταρ. Δεν θα το δεχτώ. Φως μου, ένας βοσκός είμαι! Γιατί δεν το πιστεύει κανείς;»

«Θα κάνεις το καθήκον σου, Ραντ. Αν πάθει κάτι αυτός που είναι επικεφαλής, ό,τι έχει πίσω του καταστρέφεται. Έχουν καταστραφεί πολλά, Ραντ. Πάρα πολλά. Η ειρήνη να χαμογελά στο σπαθί σου, Ραντ αλ’Θορ».

«Ίνγκταρ, δεν—» Αλλά ο Ίνγκταρ απομακρυνόταν, ρωτώντας μεγαλόφωνα αν ο Ούνο είχε στείλει τους ανιχνευτές.

Ο Ραντ κοίταξε το δέμα στα χέρια του κι έγλειψε τα χείλη του. Φοβόταν πως ήξερε τι είχε μέσα. Ήθελε να κοιτάξει, αλλά επίσης ήθελε να το πετάξει στη φωτιά χωρίς να το ανοίξει· σκεφτόταν πως θα το έκανε, αν ήταν σίγουρος ότι αυτό που είχε μέσα μπορούσε να καεί. Αλλά δεν θα το κοίταζε εδώ, όπου ίσως το έβλεπαν κι άλλα μάτια.

Έριξε μια ματιά στο στρατόπεδο. Οι Σιναρανοί ξεφόρτωναν τα υποζύγια και μερικοί είχαν ήδη αρχίσει να μοιράζουν το κρύο φαγητό, ξεραμένο κρέας και ψωμί. Ο Ματ και ο Πέριν φρόντιζαν τα άλογά τους και ο Λόιαλ καθόταν σ’ έναν βράχο διαβάζοντας ένα βιβλίο, με τη μακριά πίπα σφιγμένη στα δόντια του και ένα συννεφάκι καπνού πάνω από το κεφάλι του. Ο Ραντ άρπαξε το δέμα σαν να φοβόταν ότι θα του έπεφτε, και χώθηκε στα δέντρα.

Γονάτισε σ’ ένα μικρό ξέφωτο, που το προστάτευαν κλαριά με πυκνά φύλλα, και ακούμπησε το δέμα στο έδαφος. Για λίγη ώρα μονάχα το κοίταζε. Λεν θα έκανε κάτι τέτοιο. Δεν μπορεί να το έκανε. Μια μικρή φωνή απάντησε, Α, πώς δεν μπορεί. Και μπορεί, και το έκανε. Τελικά άρχισε να λύνει τους μικρούς κόμπους του κορδονιού που το συγκρατούσε. Καλοφτιαγμένοι κόμποι, δεμένοι με ακρίβεια, που έλεγε καθαρά ότι ήταν από το χέρι της Μουαραίν δεν είχε βάλει υπηρέτρια να το κάνει. Δεν θα τολμούσε να αφήσει κάποια υπηρέτρια να το δει.

Όταν έλυσε και τον τελευταίο κόμπο, ξεδίπλωσε αυτό που ήταν μέσα με χέρια μουδιασμένα, και στάθηκε ατενίζοντάς το, με στόμα γεμάτο σκόνη. Ήταν μονοκόμματο, ούτε υφασμένο, ούτε βαμμένο. Ένα λάβαρο, άσπρο σαν το χιόνι, τόσο μεγάλο που σίγουρα θα φαινόταν από κάθε μεριά του πεδίου της μάχης. Και πάνω του παρήλαυνε μια κυματιστή μορφή σαν φολιδωτό ερπετό, χρυσό και πορφυρό, αλλά ένα ερπετό με τέσσερα φολιδωτά πόδια, που καθένα κατέληγε σε πέντε χρυσά γαμψώνυχα, ένα ερπετό με μάτια σαν τον ήλιο και χρυσή λιονταρίσια χαίτη. Το είχε δει άλλη μια φορά, και η Μουαραίν του είχε πει τι ήταν. Το λάβαρο που είχε ο Λουζ Θέριν Τέλαμον, ο Λουζ Θέριν ο Σφαγέας, στον Πόλεμο της Σκιάς. Το λάβαρο του Δράκοντα.