Выбрать главу

«Για δες! Για δες τι βρήκε τώρα!» Ο Ματ μπήκε ορμητικά στο ξέφωτο. Ο Πέριν τον ακολούθησε, πιο αργά. «Πρώτα φανταχτερά πανωφόρια», είπε οργισμένα, «και τώρα λάβαρο! Τώρα να δεις πώς θα μας ζαλίσει ο άρχοντάς μας, με—» Ο Ματ πλησίασε και είδε το λάβαρο καθαρά, και έμεινε χάσκοντας. «Φως μου!» Έκανε ένα βήμα πίσω, παραπατώντας. «Κάψε με!» Ήταν κι αυτός εκεί, όταν η Μουαραίν είχε ονομάσει το λάβαρο. Το ίδιο και ο Πέριν.

Ο Ραντ ένιωσε να ξεχειλίζει από μέσα του ο θυμός, θυμός για τη Μουαραίν και την Έδρα της Άμερλιν, που τον έσπρωχναν και τον τραβούσαν από δω κι από κει. Άρπαξε το λάβαρο με τα δύο χέρια και το κούνησε μπροστά στον Ματ, με τις λέξεις να βγαίνουν μόνες τους από το στόμα του. «Σωστά! Το λάβαρο του Δράκοντα!» Ο Ματ έκανε άλλο ένα βήμα πίσω. «Η Μουαραίν θέλει να γίνω μαριονέτα, με την Ταρ Βάλον να κινεί τα νήματα, ένας ψεύτικος Δράκοντας για τις Άες Σεντάι. Θα με στριμώξει να το κάνω, ό,τι κι αν Θέλω εγώ. Αλλά-δεν-θα-με-χρησιμοποιήσει-κανείς!»

Ο Ματ είχε κολλήσει στον κορμό ενός δέντρου. «Ένας ψεύτικος Δράκοντας;» Κατάπιε. «Εσύ; Είναι... είναι τρέλα».

Ο Πέριν είχε μείνει στη Θέση του. Γονάτισε, ακουμπώντας τα ογκώδη μπράτσα του στα γόνατά του, και περιεργάστηκε τον Ραντ με λαμπερά, χρυσαφένια μάπα. Στις σκιές του δειλινού, έμοιαζαν να αστράφτουν. «Αν οι Άες Σεντάι σε Θέλουν για ψεύτικο Δράκοντα...» Κοντοστάθηκε, έσμιξε τα φρύδια, σκέφτηκε την κατάσταση σε βάθος. Στο τέλος είπε χαμηλόφωνα, «Ραντ, μπορείς να διαβιβάζεις;» Ο Ματ έβγαλε μια πνιχτή κραυγή.

Ο Ραντ άφησε το λάβαρο να πέσει· δίστασε μονάχα μια στιγμή, πριν συμφωνήσει με κουρασμένο ύφος. «Δεν το ζήτησα. Δεν το θέλω. Αλλά... Αλλά δεν ξέρω πώς να το σταματήσω». Το δωμάτιο με τις μύγες επανεμφανίστηκε απρόσκλητο στο νου του. «Δεν νομίζω πως Θα με αφήσουν να σταματήσω».

«Κάψε με!» είπε χαμηλόφωνα ο Ματ. «Μα το αίμα και τις στάχτες! Θα μας σκοτώσουν, ξέρεις. Όλους μας. Και τον Πέριν, και μένα, και σένα μαζί. Αν το μάθουν, ο Ίνγκταρ και οι άλλοι, θα μας πάρουν για Σκοτεινόφιλους και Θα μας κόψουν το λαιμό. Φως μου, μάλλον θα νομίσουν ότι είχαμε σχέση μ’ αυτούς που έκλεψαν το Κέρας, που σκότωσαν εκείνους στο Φαλ Ντάρα».

«Σκάσε, Ματ», είπε γαλήνια ο Πέριν.

«Μην μου λες εμένα να σκάσω. Αν δεν μας σκοτώσει ο Ίνγκταρ, τότε θα το κάνει ο Ραντ, όταν τρελαθεί. Κάψε με! Κάψε με!» Ο Ματ χαμήλωσε αργά, γλιστρώντας στον κορμό του δέντρου, και κάθισε στο χώμα. «Γιατί δεν σε ειρήνεψαν; Αν το ξέρουν οι Άες Σεντάι, γιατί δεν σε ειρήνεψαν; Δεν άκουσα ποτέ να αφήνουν έτσι απλά να τραβήξει το δρόμο του ένας που μπορεί να χειριστεί τη Δύναμη».

«Δεν το ξέρουν όλες», είπε ο Ραντ αναστενάζοντας. «Η Άμερλιν—»

«Η Έδρα της Άμερλιν! Το ξέρει αυτή; Φως μου, δεν απορώ που με κοίταζε τόσο παράξενα».

«–και η Μουαραίν μου είπαν ότι είμαι ο Ξαναγεννημένος Δράκοντας, και μετά είπαν ότι μπορώ να πάω όπου θέλω. Δεν καταλαβαίνεις, Ματ; Πάνε να με χρησιμοποιήσουν».

«Αυτό δεν αλλάζει το ότι μπορείς να διαβιβάσεις», μουρμούρισε ο Ματ. «Αν ήμουν στη θέση σου, τώρα θα ’τρεχα κατά τον Ωκεανό Άρυθ. Και θα σταματούσα μόνο αν έβρισκα μέρος δίχως Άες Σεντάι, στο οποίο δεν θα έρχονταν ποτέ Άες Σεντάι. Και χωρίς ανθρώπους. Θέλω να πω... να...»

«Σκάσε, Ματ», είπε ο Πέριν. «Τι γυρεύεις εδώ, Ραντ; Όσο πιο πολύ μένεις κοντά σε κόσμο, τόσο πιθανότερο είναι να σε καταλάβει κάποιος και να φωνάξει τις Άες Σεντάι. Άες Σεντάι που δεν θα σου πουν να τραβήξεις όπου θες». Κοντοστάθηκε, ξύνοντας το κεφάλι του μ’ αυτό που είχε πει. «Και ο Ματ έχει δίκιο για τον Ίνγκταρ. Δεν αμφιβάλω ότι θα σε ονομάτιζε Σκοτεινόφιλο και θα σε σκότωνε. Ίσως να μας σκότωνε όλους. Δείχνει να σε συμπαθεί, αλλά θα σε σκότωνε, νομίζω. Έναν ψεύτικο Δράκοντα; Το ίδιο θα ’καναν και οι άλλοι. Ο Μασέμα δεν θα χρειαζόταν δικαιολογία για σένα. Γιατί λοιπόν δεν έφυγες;»

Ο Ραντ σήκωσε τους ώμους. «Θα έφευγα, αλλά πρώτα ήρθε η Άμερλιν, και ύστερα έκλεψαν το Κέρας, και το εγχειρίδιο, και η Μουαραίν είπε ότι ο Ματ πέθαινε, και... Φως μου, νόμιζα ότι μπορούσα να μείνω μαζί σας, τουλάχιστον μέχρι να βρούμε το εγχειρίδιο· νόμιζα ότι μπορούσα να βοηθήσω σ’ αυτό. Μπορεί να έκανα λάθος».

«Ήρθες για το εγχειρίδιο;» είπε ο Ματ ήσυχα. Έτριψε τη μύτη του κι έκανε μια γκριμάτσα. «Δεν το σκέφτηκα. Δεν σκέφτηκα ότι ήθελες να... Αααα! Νιώθεις καλά; Θέλω να πω, δεν τρελάθηκες τώρα, ε;»

Ο Ραντ σήκωσε ένα πετραδάκι από το χώμα και του το πέταξε.

«Ωχ!» έκανε ο Ματ, τρίβοντας το μπράτσο του. «Μια ερώτηση έκανα. Θέλω να πω, με αυτά τα φανταχτερά ρούχα, μ’ αυτές τις κουβέντες ότι είσαι δήθεν άρχοντας. Ε, δεν έδειχνε να στέκεις καλά στα μυαλά σου».