Τώρα το στρατόπεδο ήταν σιωπηλό, αλλά ο Ραντ έμεινε ξύπνιος, ακόμα κι όταν έπεσε το βαθύ σκοτάδι. Το μυαλό του στριφογύριζε. Το λάβαρο. Τι θέλει να με αναγκάσει να κάνω; Το χωριό. Τι μπορεί να σκοτώσει Ξέθωρο με τέτοιο τρόπο; Χειρότερο απ’ όλα, το σπίτι στο χωριό. Συνέβη στ’ αλήθεια; Τρελαίνομαι κιόλας; Να τρέξω, ή να μείνω; Πρέπει να μείνω. Πρέπει να βοηθήσω τον Ματ να βρει το εγχειρίδιο.
Τελικά αποκοιμήθηκε εξαντλημένος, και με τον ύπνο τον τύλιξε το κενό, απρόσκλητο, τρεμοπαίζοντας με μια άστατη λάμψη, που του τάραζε τα όνειρα.
Ο Πάνταν Φάιν κοίταξε προς το βορρά μέσα στη νύχτα, δίπλα από τη μόνη φωτιά στο στρατόπεδό του, χαμογελώντας, μ’ ένα παγωμένο χαμόγελο που δεν άγγιζε τα μάτια του. Ακόμα σκεφτόταν τον εαυτό του ως Πάνταν Φάιν —ο Πάνταν Φάιν ήταν ο πυρήνας του— αλλά είχε αλλάξει, και το ήξερε. Τώρα ήξερε πολλά πράγματα, περισσότερα απ’ όσα μπορούσαν να υποψιαστούν οι προηγούμενοι αφέντες του. Ήταν πολλά χρόνια Σκοτεινόφιλος, πριν τον καλέσει ο Μπα’άλζαμον και τον στείλει στα ίχνη των τριών νεαρών από το Πεδίο του Έμοντ· είχε συλλέξει όσα ήξερε γι’ αυτούς, είχε αποστάξει τον Πάνταν Φάιν και είχε ξαναβάλει μέσα του το καταστάλαγμα για να μπορεί να τους νιώθει, να μυρίζει το πέρασμά τους, να τους ακολουθεί όπου κι αν έτρεχαν. Ειδικά τον έναν. Ένα μέρος του Πάνταν Φάιν ακόμα ζάρωνε δειλά, καθώς θυμόταν τι του είχε κάνει ο Μπα’άλζαμον, μα ήταν ένα μικρό μέρος, κρυμμένο, καταπιεσμένο. Ο Πάνταν Φάιν είχε αλλάξει. Ακολουθώντας τους τρεις, είχε πάει στη Σαντάρ Λογκόθ. Δεν ήθελε να πάει, μα ήταν αναγκασμένος να υπακούει. Τότε. Και στη Σαντάρ Λογκόθ...
Ο Φάιν ανάσανε βαθιά, και χάιδεψε με το δάχτυλο το εγχειρίδιο με το ρουμπίνι στη λαβή που είχε στη ζώνη του. Κι αυτό επίσης ήταν από τη Σαντάρ Λογκόθ. Ήταν το μόνο όπλο που έφερε, το μόνο που χρειαζόταν· το ένιωθε σαν κομμάτι του εαυτού του. Τώρα εντός του ήταν πλήρης. Μόνο αυτό είχε σημασία.
Κοίταξε δεξιά κι αριστερά από τη φωτιά του. Οι δώδεκα Σκοτεινόφιλοι που είχαν απομείνει, με τα πολυτελή ρούχα τους κουρελιασμένα πια και βρώμικα, ήταν σε μια μεριά κουλουριασμένοι στο σκοτάδι, κοιτάζοντας όχι τη φωτιά, αλλά αυτόν. Στην άλλη μεριά κάθονταν ανακούρκουδα οι Τρόλοκ του, είκοσι τον αριθμό· τα ανθρώπινα μάτια σε κείνα τα ζωόμορφα ανθρώπινα πρόσωπα παρακολουθούσαν κάθε του κίνηση, σαν ποντίκια που έβλεπαν γάτα.
Στην αρχή ήταν ο αγώνας, καθώς ξυπνούσε κάθε πρωί και έβλεπε ότι δεν ήταν πλήρης, βρίσκοντας ότι ο Μυρντράαλ ήταν πάλι επικεφαλής και μαινόταν, και απαιτούσε να πάνε βόρεια, στη Μάστιγα, στο Σάγιολ Γκουλ. Όμως, λίγο-λίγο, εκείνα τα πρωινά της αδυναμίας του γίνονταν όλο και μικρότερα, ώσπου... Θυμήθηκε την αίσθηση του σφυριού στο χέρι του, καθώς χτυπούσε τα καρφιά, και χαμογέλασε· αυτή τη φορά το χαμόγελο άγγιξε τα μάτια του, με τη χαρά αυτής της γλυκιάς ανάμνησης.
Άκουσε ένα κλαψούρισμα από το σκοτάδι και το χαμόγελο του έσβησε. Κακώς άφησα τους Τρόλοκ να πάρουν τόσους πολλούς. Ένα ολόκληρο χωριό, που θα τους χασομερούσε. Αν εκείνα τα λίγα σπίτια πριν το πέραμα δεν ήταν άδεια, ίσως... Αλλά οι Τρόλοκ ήταν εκ φύσεως άπληστοι και, καθώς έβλεπε με ευφορία τον Μυρντράαλ να πεθαίνει, δεν είχε δώσει την προσοχή που έπρεπε.
Κοίταξε τους Τρόλοκ. Ο καδένας τους ήταν διπλός από τον ίδιο στο μπόι, και τόσο δυνατός που μπορούσε να τον κάνει κομματάκια με τα ένα χέρι· αλλά μπροστά του οπισθοχώρησαν, κουκουβίζοντας ακόμα. «Σκοτώστε τους. Όλους. Σας επιτρέπω να φάτε, αλλά ύστερα μαζέψτε τα απομεινάρια σε ένα σωρό — για να τα βρουν οι φίλοι μας. Βάλτε τα κεφάλια στην κορυφή. Ίσια, με προσοχή». Γέλασε, και έκοψε αμέσως το γέλιο του. «Εμπρός!»
Οι Τρόλοκ σηκώθηκαν, τραβώντας σπαθιά όμοια με δρεπάνια και υψώνοντας πέλεκεις με καρφιά. Σε λίγες στιγμές, ακούστηκαν στριγκλιές και μουγκρητά από κει που ήταν δεμένοι οι χωρικοί. Οι ικεσίες για έλεος και οι τσιρίδες των παιδιών κόβονταν από σκληρούς γδούπους και δυσάρεστους γλιστερούς ήχους, σαν πεπόνια που έσπαζαν.
Ο Φάιν γύρισε την πλάτη σ’ αυτό το σαματά για να κοιτάζει τους Σκοτεινόφιλούς του. κι αυτοί επίσης ήταν δικοί του, ψυχή τε και σώματι. Με τις όποιες ψυχές τους είχαν απομείνει. Όλοι είχαν κυλιστεί στο βούρκο όπως και ο ίδιος, πριν βρει τρόπο να ξεφύγει. Κανείς δεν είχε άλλο δρόμο, παρά μόνο να τον ακολουθήσει. Τα βλέμματά τους ήταν φοβισμένα, ικετευτικά. «Λέτε να ξαναπεινάσουν πριν βρούμε άλλο χωριό ή αγρόκτημα; Μπορεί. Λέτε να τους αφήσω να φάνε μερικούς ακόμα από σας; Ε, μπορεί κανά-δυο. Δεν μας περισσεύουν πια άλογα».