Выбрать главу

«Οι άλλοι δεν ήταν παρά πλέμπα», κατάφερε να πει μια γυναίκα με τρεμάμενη φωνή. Το πρόσωπό της ήταν λερωμένο από σκόνη, όπου δεν την είχαν παρασύρει τα δάκρυα, και το καλοραμμένο φόρεμά της έδειχνε ότι ήταν έμπορος, και πλούσια. Το έξοχο γκρίζο ύφασμα ήταν λεκιασμένο και υπήρχε ένα μακρύ σχίσιμο χαμηλά. «Αυτοί ήταν αγροίκοι χωρικοί. Εμείς — εγώ — ήμασταν στην υπηρεσία του—»

Ο Φάιν τη διέκοψε, και ο ανέμελος τόνος του έκανε τα λόγια του ακόμα πιο σκληρά. «Τι είστε εσείς για μένα; Κατώτεροι από χωρικούς. Προμήθειες για τους Τρόλοκ, ίσως; Αν Θέλεις να ζήσεις, προμήθεια, πρέπει να φανείς χρήσιμη».

Η γυναίκα δεν άντεξε άλλο. Ξέσπασε σε λυγμούς, και ξαφνικά οι υπόλοιποι πετάχτηκαν κι άρχισαν να μιλούν ο ένας πάνω στον άλλον, λέγοντάς του πόσο χρήσιμοι ήταν, πως ήταν άνδρες και γυναίκες με επιρροή και κύρος, πριν κληθούν να υπακούσουν στον όρκο που είχαν δώσει στο Φαλ Ντάρα. Ξεφούρνισαν τα ονόματα των σπουδαίων και ισχυρών που ήξεραν στις Μεθόριες, στην Καιρχίν και σε άλλες χώρες. Είπαν για τις γνώσεις που μόνο οι ίδιοι κατείχαν γι’ αυτή τη χώρα, ή για την άλλη, για πολιτικά ζητήματα, συμμαχίες, ίντριγκες, για όλα τα πράγματα που θα του έλεγαν, αν τους επέτρεπε να τον υπηρετήσουν. Η οχλαγωγία τους γινόταν ένα με τους ήχους της σφαγής των Τρόλοκ, και ταίριαζε μια χαρά.

Ο Φάιν δεν έδωσε σημασία —δεν φοβόταν να τους γυρίσει την πλάτη, από τη στιγμή που τον είχαν δει πώς είχε λογαριαστεί με τον Ξέθωρο— και πήγε στο βραβείο του. Γονάτισε και χάιδεψε το λεπτοδουλεμένο χρυσό κιβώτιο, νιώθοντας τη δύναμη που ήταν κλειδωμένη μέσα. Είχε αναγκαστεί κι έβαζε να το κουβαλά Τρόλοκ —δεν εμπιστευόταν τους ανθρώπους για να το φορτώσει σε άλογο με σέλα φορτίου· ίσως κάποια όνειρα για εξουσία να ήταν τόσο δυνατά, ώστε να ξεπεράσουν ακόμα και το φόβο που ένιωθαν μπροστά του οι άνθρωποι, αλλά οι Τρόλοκ ονειρεύονταν μονάχα σκοτωμούς— και ακόμα δεν είχε λύσει το γρίφο του ανοίγματος του. Αλλά αυτό θα γινόταν κάποια στιγμή. Όλα θα γινόντουσαν. Όλα.

Ξεθηκάρωσε το εγχειρίδιο και το ακούμπησε πάνω στο κιβώτιο, πριν καθίσει δίπλα στη φωτιά. Η λεπίδα ήταν καλύτερος φρουρός απ’ όσο θα ήταν ένας Τρόλοκ ή ένας άνθρωπος. Όλοι είχαν δει τι έγινε, τη μια φορά που το χρησιμοποίησε· κανένας δεν πλησίαζε τη γυμνωμένη λεπίδα δίχως τη διαταγή του, και ήταν απρόθυμοι ακόμα κι όταν τους διέταζε.

Ξαπλώνοντας στις κουβέρτες του, κοίταξε προς το βορρά. Τώρα δεν ένιωθε τον Ραντ αλ’Θορ· η απόσταση ανάμεσά τους ήταν πολύ μεγάλη. Ή ίσως ο αλ’Θορ να έκανε το κόλπο της εξαφάνισης. Μερικές φορές, στο οχυρό, το αγόρι ξαφνικά εξαφανιζόταν από τις αισθήσεις του Φάιν. Ο Φαν δεν ήξερε πώς, όμως ο αλ’Θορ πάντα ξαναγυρνούσε, ξαφνικά όπως είχε φύγει. Κι αυτή τη φορά θα ξαναγυρνούσε.

«Αυτή τη φορά εσύ θα έρθεις σε μένα, Ραντ αλ’Θορ. Πριν, σε ακολουθούσα σαν σκυλί που τρέχει πίσω από ίχνη, αλλά τώρα με ακολουθείς εσύ». Το γέλιο του ήταν ίνα τρελό κακάρισμα, το ήξερε, αλλά δεν τον ένοιαζε. Και η τρέλα, επίσης, ήταν ένα μέρος του εαυτού του. «Έλα σε μένα, αλ’Θορ. Ο χορός ακόμα δεν άρχισε. Θα χορέψουμε στο Τόμαν Χεντ, και θα ελευθερωθώ από σένα. Επιτέλους, θα σε δω νεκρό».

12

Υφασμένο στο Σχήμα

Η Εγκουέν έφεξε πίσω από τη Νυνάβε προς τις μαζεμένες Άες Σεντάι γύρω από το παλανκίνο της Έδρας της Άμερλιν, και η επιθυμία της να μάθει το λόγο της αναταραχής ξεπερνούσε ακόμα και την ανησυχία της για τον Ραντ. Αυτός ήταν πολύ μακριά της, προς το παρόν. Η Μπέλα, η δασύτριχη φοράδα της, ήταν μαζί με τα υποζύγια των Άες Σεντάι, όπου ήταν και το άλογο της Νυνάβε.

Οι Πρόμαχοι, με τα χέρια στις λαβές των σπαθιών και τα μάτια να ψάχνουν πανιού, σχημάτισαν έναν ατσάλινο κλοιό γύρω από τις Άες Σεντάι και το παλανκίνο που το κουβαλούσαν άλογα. Ήταν μια νησίδα σχετικής γαλήνης στην αυλή, όπου οι Σιναρανοί στρατιώτες ακόμα έτρεχαν ανάμεσα στους έντρομους κατοίκους του οχυρού. Η Εγκουέν έπεσε πάνω στη Νυνάβε —οι Πρόμαχοι έριζαν μια σκληρή ματιά στις δυο τους και μετά σχεδόν τις αγνόησαν· όλοι ήξεραν ότι θα έφευγαν μαζί με την Άμερλιν— και από τα μουρμουρητά του πλήθους, που άκουσε μέσες-άκρες, έμαθε για το βέλος, που είχε εμφανιστεί θαρρείς από το πουθενά, και για τον τοξότη, ο οποίος ακόμα ήταν ασύλληπτος.

Η Εγκουέν έμεινε σύξυλη, τόσο σοκαρισμένη που δεν σκεφτόταν καν ότι ήταν ανάμεσα σε Άες Σεντάι. Απόπειρα κατά της ζωής μιας Άες Σεντάι. Ήταν κάτι παραπάνω από αδιανόητο.

Η Άμερλιν καθόταν στο παλανκίνο της με τις κουρτίνες τραβηγμένες στο πλάι, ενώ το ματωμένο σχίσιμο του μανικιού της τραβούσε όλα τα βλέμματα, και αντιμετώπιζε τον Άρχοντα Άγκελμαρ. «Ή θα βρεις τον τοξότη, ή δεν θα τον βρεις, γιε μου. Ό,τι κι αν γίνει, οι δουλειές μου στην Ταρ Βάλον είναι εξίσου επείγουσες με την αποστολή του Ίνγκταρ. Φεύγω τώρα».