«Μα, Μητέρα», διαμαρτυρήθηκε ο Άγκελμαρ, «αυτή η απόπειρα κατά της ζωής σου αλλάζει τα πάντα. Ακόμα δεν ξέρουμε ποιος έστειλε τον τοξότη και γιατί. Μια ώρα ακόμα, και θα έχω μπροστά σου τον δολοφόνο και τις απαντήσεις».
Η Άμερλιν άφησε ένα ξερό γέλιο, που δεν είχε την παραμικρή χαρά. «Για να πιάσεις αυτό το ψάρι, γιε μου, θα χρειαστείς πιο καλό δόλωμά, ή πιο ψιλά δίχτυα. Μέχρι να τον βρεις, θα είναι πολύ αργά για να φύγουμε σήμερα. Είναι τόσοι εκείνοι που θέλουν να με δουν νεκρή, που δεν σκοτίζομαι πολύ γι’ αυτόν εδώ. Στείλε μου νέα για ό,τι βρεις, αν βρεις κάτι». Το βλέμμα της ταξίδεψε στους πύργους που υψώνονταν πάνω από την αυλή, στις επάλξεις και στα μπαλκόνια των τοξοτών, που ήταν ακόμα γεμάτα κόσμο, ο οποίος τώρα είχε βουβαθεί. Το βέλος πρέπει να είχε έρθει από κάπου εκεί. «Νομίζω ότι ο τοξότης έχει ήδη φύγει από το Φαλ Ντάρα».
«Μα, Μητέρα—»
Η γυναίκα στο παλανκίνο τον έκοψε με μια αυστηρή χειρονομία, που σήμαινε τέλος. Ακόμα και ο Άρχοντας του Φαλ Ντάρα δεν μπορούσε να πιέζει τόσο την Έδρα της Άμερλιν. Τα μάτια της κατέληξαν στην Εγκουέν και τη Νυνάβε, διαπεραστικά μάτια, που της Εγκουέν της φαίνονταν πως έβλεπαν σ’ αυτήν ό,τι ήθελε να κρατήσει μυστικό. Η Εγκουέν έκανε ένα βήμα πίσω και μετά συγκρατήθηκε και έκλινε το γόνυ, ενώ αναρωτιόταν αν ήταν αρμόζον· δεν της είχαν εξηγήσει ποτέ το εθιμοτυπικό μιας συνάντησης με την Έδρα της Άμερλιν. Η Νυνάβε κράτησε το κορμί της στητό και ανταπέδωσε το βλέμμα της Άμερλιν, αλλά το χέρι της έψαξε και έσφιξε δυνατά το χέρι της Εγκουέν, όσο δυνατά το έσφιξε κι αυτό.
«Αυτές λοιπόν είναι οι δύο που έλεγες, Μουαραίν», είπε η Άμερλιν. Η Μουαραίν έκανε ένα αδιόρατο νεύμα και η άλλη γυναίκα γύρισε να κοιτάξει τις δύο γυναίκες από το Πεδίο του Έμοντ. Η Εγκουέν ξεροκατάπιε. Έδειχναν να ξέρουν πράγματα, πράγματα που οι άλλοι αγνοούσαν, και το χειρότερο ήταν ότι πράγματι ήξεραν. «Ναι, νιώθω μια δυνατή σπίθα μέσα τους. Αλλά τι φωτιά Θα ξεπηδήσει; Αυτό δεν είναι το ερώτημα;»
Η Εγκουέν ένιωθε το στόμα της κατάξερο. Είχε δει τον Αφέντη Πάντουιν, τον μαραγκό του Πεδίου του Έμοντ, να κοιτάζει τα εργαλεία του σχεδόν όπως η Άμερλιν κοίταζε τώρα τις δυο τους. Αυτό είναι γι’ αυτή τη δουλειά, το άλλο για την άλλη.
Η Άμερλιν είπε απότομα, «Είναι ώρα να φεύγουμε. Στα άλογα. Ο Άρχοντας Άγκελμαρ κι εγώ μπορούμε να μιλήσουμε γι’ αυτά που πρέπει χωρίς εσάς να χαζεύετε σαν μαθητευόμενες σε μέρα σχόλης. Στα άλογα!»
Με τη διαταγή της, οι Πρόμαχοι έτρεξαν στα άλογα, πάλι επιφυλακτικά, και οι Άες Σεντάι, όλες εκτός από τη Ληάνε, άφησαν το παλανκίνο και πήγαν στα άλογά τους. Καθώς η Εγκουέν και η Νυνάβε έστριβαν για να υπακούσουν, ένας υπηρέτης εμφανίστηκε στο πλευρό του Άρχοντα Άγκελμαρ με ένα ασημένιο κύπελλο. Ο Άγκελμαρ το πήρε, ενώ το στόμα του στράβωνε με δυσαρέσκεια.
«Μ’ αυτό το ποτήρι από το χέρι μου, Μητέρα, δέξου την ευχή μου για ένα καλό ταξίδι σήμερα, και κάδε.,.»
Η Εγκουέν δεν άκουσε τα υπόλοιπα, καθώς ανέβαινε στην Μπέλα. Όταν χάιδεψε τη δασύτριχη φοράδα και έστρωσε τα φουστάνια της, το παλανκίνο είχε ήδη ξεκινήσει για την ανοιχτή πύλη, με τα άλογά του να προχωρούν δίχως χαλινάρι ή οδηγό. Η Ληάνε ήταν δίπλα στο παλανκίνο, με το ραβδί στηριγμένο στον αναβολέα. Η Εγκουέν και η Νυνάβε πλησίασαν τα άλογά τους κοντά στις υπόλοιπες Άες Σεντάι.
Την πομπή χαιρέτησαν οι ζητωκραυγές και οι επευφημίες του πλήθους, που είχε μαζευτεί στους δρόμους της μικρής πόλης, πνίγοντας σχεδόν τις βροντές των τυμπανιστών και τα σαλπίσματα. Οι Πρόμαχοι οδηγούσαν την φάλαγγα, με το λάβαρο της Λευκής Φλόγας να κυματίζει, και φύλαγαν τις Άες Σεντάι, τοποθετημένοι ολόγυρά τους, φροντίζοντας να μην πλησιάζει ο κόσμος· από πίσω ακολουθούσαν σε σχηματισμό ακριβείας τοξότες και σαρισοφόροι, με τη Φλόγα στο στήθος. Οι σάλπιγγες σιώπησαν όταν η φάλαγγα βγήκε από την πόλη και έστριψε προς το νότο, αλλά την ακολούθησαν οι ζητωκραυγές από τους δρόμους. Η Εγκουέν έριχνε συχνές ματιές πίσω, ώσπου τα δέντρα και οι λόφοι έκρυψαν τα τείχη και τους πύργους του Φαλ Ντάρα.
Η Νυνάβε, που προχωρούσε δίπλα της, κούνησε το κεφάλι. «Ο Ραντ δεν θα πάθει τίποτα. Έχει μαζί του τον Άρχοντα Ίνγκταρ και είκοσι λογχοφόρους. Στο κάτω-κάτω, δεν μπορείς να κάνεις τίποτα. Ούτε εσύ ούτε εγώ». Κοίταζε τη Μουαραίν· η λεπτή, άσπρη φοράδα της Άες Σεντάι και ο ψηλός μαύρος επιβήτορας του Λαν αποτελούσαν ένα αταίριαστο ζευγάρι λίγο παράμερα από τους υπόλοιπους. «Όχι ακόμα».
Η φάλαγγα έστριψε προς τα δυτικά, καθώς συνέχιζε το δρόμο της, και δεν προχωρούσε αρκετά γρήγορα. Ακόμα και πεζοί ελαφρά αρματωμένοι δεν μπορούσαν να διασχίσουν γρήγορα τους Σιναρανούς λόφους, αν ήθελαν να κρατήσουν το ρυθμό τους γι’ αρκετές ώρες. Πάντως έκαναν όσο πιο γρήγορα μπορούσαν.