Αρκετές φορές πριν φύγει η Βέριν, η Εγκουέν ένιωσε τη ροή της Δύναμης μέσα της, αλλά καμιά φορά δεν ήταν δυνατή, και το πιο σημαντικό που κατόρθωσε ήταν ένα αδύναμο αεράκι, που έκανε το πανί της πάριας να σαλέψει ανάλαφρα. Ήταν σίγουρη ότι το ίδιο θα κατάφερνε κι αν φτερνιζόταν. Με τη Μουαραίν τα πήγαινε καλύτερα· τουλάχιστον κάποιες φορές. Ευχήθηκε να της έκανε το μάθημα η Μουαραίν.
Η Νυνάβε δεν ένιωσε ούτε λαμπύρισμα, ή τουλάχιστον έτσι είπε. Προς το τέλος, τα μάτια της ήταν αγριεμένα και το στόμα της σφιχτό, τόσο που η Εγκουέν φοβήθηκε πως θα έβαζε τις φωνές στη Βέριν, σαν να ’ταν η Άες Σεντάι κάποια χωρική που εισέβαλλε στην ιδιωτική της ζωή. Αλλά η Βέριν της είπε απλώς να κλείσει τα μάτια άλλη μια φορά, αυτή τη φορά χωρίς την Εγκουέν.
Η Εγκουέν καθόταν και παρακολουθούσε τις άλλες δύο, ενώ την είχε πιάσει χασμουρητό. Η νύχτα περνούσε και ήταν πολύ μετά την ώρα που κοιμόταν συνήθως. Η Νυνάβε έμοιαζε με πτώμα που είχε μείνει άθαφτο, με μάτια τόσο σφιγμένα, σαν να μην ήθελε να τα ξανανοίξει ποτέ, με τα χέρια κλεισμένα σε γροθιές με κάτασπρες αρθρώσεις στην ποδιά της. Η Εγκουέν ευχήθηκε να μην ξεσπούσε τώρα ο θυμός της Νυνάβε, μετά από τόση ώρα που τον κρατούσε μέσα της.
«Νιώσε τη ροή να περνά από μέσα σου», έλεγε ο Βέριν. Η φωνή της δεν άλλαξε, αλλά ξαφνικά τα μάτια της φάνηκαν να λάμπουν. «Νιώσε τη ροή. Τη ροή της Δύναμης. Κύλα σαν την αύρα, σαν ένα απαλό λίκνισμα του αέρα». Η Εγκουέν ανακάθισε. Έτσι την οδηγούσε η Βέριν, κάθε φορά που είχε τη Δύναμη να ρέει μέσα της. «Μια γλυκιά αύρα, το πιο ανάλαφρο σάλεμα του αέρα. Ανάλαφρα».
Ξαφνικά οι στοιβαγμένες κουβέρτες έπιασαν φωτιά, σα να ’ταν από σπιθόξυλο.
Η Νυνάβε άνοιξε τα μάτια με μια κραυγή. Η Εγκουέν δεν κατάλαβε αν είχε τσιρίξει και η ίδια ή όχι· το μόνο που ήξερε ήταν ότι είχε βρεθεί όρθια και προσπαθούσε να βγάλει έξω τις κουβέρτες, κλωτσώντας τις για να μην λαμπαδιάσει η σκηνή. Πριν καταφέρει και δεύτερη κλωτσιά, η φλόγες εξαφανίστηκαν, αφήνοντας πίσω να βγαίνουν καπνοί από μια καρβουνιασμένη μάζα, και τη μυρωδιά καμένου μαλλιού.
«Για δες», είπε η Βέριν. «Για δες. Δεν περίμενα ότι θα είχα να σβήσω φωτιά. Μη λιποθυμήσεις τώρα, παιδί μου. Όλα είναι εντάξει. Το φρόντισα εγώ».
«Ήμουν — ήμουν θυμωμένη». Η Νυνάβε μίλησε με χείλη που έτρεμαν, με το πρόσωπο κάτασπρο. «Σ’ άκουσα να λες για την αύρα, να μου λες τι να κάνω, και από το νου μου πέρασε η φωτιά. Δεν — δεν ήθελα να κάψω τίποτα. Ήταν απλώς μια μικρή φωτιά στο — στο μυαλό μου». Έτρεμε σύγκορμη.
«Ε, μάλλον ήταν μικρή φωτιά». Η Βέριν γέλασε ξερά, αλλά σταμάτησε όταν ξανακοίταξε το πρόσωπο της Νυνάβε. «Είσαι καλά, παιδί μου; Αν νιώθεις άρρωστη, μπορώ να...» Η Νυνάβε κούνησε το κεφάλι και η Βέριν ένευσε. «Το μόνο που χρειάζεσαι είναι ανάπαυση. Και οι δύο σας. Σας ανάγκασα να δουλέψετε πολύ σκληρά. Πρέπει να αναπαυτείτε. Η Άμερλιν θα μας σηκώσει να φύγουμε πριν χαράξει». Σηκώθηκε όρθια και άγγιξε τις κουβέρτες με το πόδι. «Θα πω να σας φέρουν κι άλλες κουβέρτες. Ελπίζω να σας έδειξε αυτό πόσο σημαντικός είναι ο έλεγχος. Πρέπει να μάθετε να κάνετε αυτό που σκοπεύετε να κάνετε και τίποτα παραπάνω. Μπορεί να βλάψετε κάποιον άλλον, αν αντλήσετε περισσότερη Μία Δύναμη απ’ όση μπορείτε να χειριστείτε με ασφάλεια —και δεν μπορείτε να χειριστείτε πολλή ακόμα· αλλά θα μπορέσετε. Αλλά, πέρα απ’ αυτό, αν αντλήσετε πολλή, ίσως σκοτωθείτε μόνες σας. Μπορεί να πεθάνετε. Ή μπορεί να καείτε εσωτερικά, να καταστρέψετε την όποια ικανότητα έχετε». Και σαν να μην είχε πει ότι περπατούσαν στο χείλος του γκρεμού, πρόσθεσε κεφάτα, «Όνειρα γλυκά». Και έφυγε.
Η Εγκουέν αγκάλιασε τη Νυνάβε και την κράτησε σφιχτά. «Δεν πειράζει, Νυνάβε. Μη φοβάσαι. Όταν μάθεις να την ελέγχεις—»
Η Νυνάβε άφησε ένα γέλιο σαν κρώξιμο. “Δεν φοβάμαι». Κοίταξε με την άκρη του ματιού τις κουβέρτες που κάπνιζαν και τράβηξε το βλέμμα αλλού. «Μια τέτοια φωτίτσα δεν με φοβίζει». Αλλά δεν ξανακοίταξε τις κουβέρτες, ακόμα κι όταν ήρθε ένας Πρόμαχος για να τις πάρει και να αφήσει καινούργιες.
Η Βέριν, όπως είχε πει, δεν ξανάρθε. Και μάλιστα, καθώς συνέχιζαν το ταξίδι τους, προς το νότια και τα δυτικά, τη μια μέρα μετά την άλλη, όσο πιο γρήγορα μπορούσαν να πάνε οι πεζοί υπηρέτες, η Βέριν δεν έδινε μεγάλη σημασία στις κοπέλες, ούτε και η Μουαραίν και οι άλλες Άες Σεντάι. Οι Άες Σεντάι δεν ήταν ακριβώς εχθρικές, αλλά μάλλον απόμακρες και ψυχρές. Αυτή η ψυχρότητα τάραζε ακόμα περισσότερο την Εγκουέν και την έκανε να ξαναθυμάται τα παραμύθια που άκουγε όταν ήταν παιδί.
Η μητέρα της πάντα έλεγε ότι οι ιστορίες για τις Άες Σεντάι ήταν βλακείες των ανδρών, αλλά ούτε η μητέρα της, ούτε καμιά άλλη γυναίκα από το Πεδίο του Έμοντ δεν είχαν ανταμώσει ποτέ Άες Σεντάι πριν πάει εκεί η Μουαραίν. Η Εγκουέν είχε περάσει αρκετό καιρό μαζί με τη Μουαραίν, και η Μουαραίν ήταν απόδειξη ότι δεν ήταν όλες οι Άες Σεντάι όπως εκείνες στα παραμύθια, που χειραγωγούσαν ψυχρά και κατέστρεφαν δίχως έλεος. Που είχαν Τσακίσει τον Κόσμο. Ήξερε τώρα όχι εκείνοι —οι υπεύθυνοι για το Τσάκισμα του Κόσμου— ήταν άνδρες Άες Σεντάι, τότε που υπήρχαν τέτοιοι, στην Εποχή των Θρύλων, αλλά αυτό δεν βοηθούσε πολύ. Δεν ήταν όλες οι Άες Σεντάι σαν εκείνες στις ιστορίες, μα πόσες ήταν, και ποιες;