Выбрать главу

Οι Άες Σεντάι που έρχονταν στη σκηνή κάδε βράδυ είχαν τόσες διαφορές, που δεν μπορούσε να ξεκαθαρίσει τις σκέψεις της. Η Αλβιάριν ήταν ψύχραιμη και μεθοδική, σαν έμπορος που είχε έρθει να αγοράσει μαλλί και ταμπάκ· είχε ξαφνιαστεί, μαθαίνοντας ότι η Νυνάβε συμμετείχε στο μάθημα, αλλά το δέχτηκε, κι έκανε οξυδερκείς παρατηρήσεις, μα ήταν πάντα έτοιμη να ξαναδοκιμάσει. Η Αλάνα Μοσβάνι ήταν γελαστή, και όση ώρα δίδασκε άλλη τόση μιλούσε για τον κόσμο και για τους άνδρες. Όμως έδειχνε υπερβολικά μεγαλύτερη περιέργεια για τον Ραντ και τον Πέριν και τον Ματ απ’ όσο θα ήθελε η Εγκουέν. Ειδικά για τον Ραντ. Χειρότερη απ’ όλες ήταν η Λίαντριν, η μόνη που φορούσε το σάλι της· όλες οι άλλες είχαν βάλει τα δικά τους στις αποσκευές τους πριν φύγουν από το Φαλ Ντάρα. Η Λίαντριν κάθισε αγγίζοντας τα κόκκινα κρόσσια, δίδαξε λίγα κι αυτά με απροθυμία. Έκανε αρκετές ερωτήσεις στην Εγκουέν και τη Νυνάβε, σαν να ήταν κατηγορούμενες για κάποιο έγκλημα, και όλες οι ερωτήσεις της αφορούσαν τα τρία αγόρια. Συνέχισε ώσπου η Νυνάβε την πέταξε έξω —η Εγκουέν δεν κατάλαβε γιατί το έκανε αυτό— και μετά έφυγε με μια προειδοποίηση.

«Προσέξτε καλά, κόρες μου. Δεν είστε πια στο χωριό σας. Βάλατε τα πόδια σας εκεί που έχει πλάσματα που δαγκώνουν».

Τελικά η φάλαγγα έφτασε στο χωριό του Μέντο, στις όχθες του Μόρα, ο οποίος κυλούσε στα σύνορα μεταξύ Σίναρ και Αράφελ κι έτσι κατέληγε στον Ποταμό Ερίνιν.

Η Εγκουέν ήταν βέβαιη πως οι ερωτήσεις που της έκανε η Λίαντριν για τον Ραντ ήταν ο λόγος που είχε αρχίσει να τον ονειρεύεται, μαζί με την ανησυχία που ένιωθε γι’ αυτόν, σε περίπτωση που, μαζί με τους άλλους, είχαν αναγκαστεί να ακολουθήσουν το Κέρας του Βαλίρ μέσα στη Μάστιγα. Τα όνειρα ήταν πάντα άσχημα, αλλά στην αρχή ήταν μονάχα φυσιολογικοί εφιάλτες. Το βράδυ που έφτασαν στο Μέντο, όμως, τα όνειρα είχαν αλλάξει.

«Με συγχωρείς, Άες Σεντάι», ρώτησε με σεβασμό η Εγκουέν, «αλλά μήπως έχεις δει τη Μουαραίν Σεντάι;» Η λεπτή Άες Σεντάι της έκανε νόημα να φύγει, και έτρεξε στο γεμάτο κόσμο δρόμο του χωριού, κάτω από το φως των πυρσών, φωνάζοντας σε κάποιον να προσέχει το άλογό της. Η γυναίκα ήταν του Κίτρινου Άτζα, αν και τώρα δεν φορούσε το σάλι της· η Εγκουέν δεν ήξερε γι’ αυτήν τίποτα παραπάνω, ούτε καν το όνομά της.

Το Μέντο ήταν μικρό χωριό —αν και η Εγκουέν σοκαρίστηκε, όταν κατάλαβε ότι το «μικρό χωριό», όπως το σκεφτόταν, ήταν μεγάλο σαν το Πεδίο του Έμοντ— και είχε πλημμυρίσει από τους ξένους, οι οποίοι ήταν περισσότεροι από τους κατοίκους του. Οι στενοί δρόμοι ήταν γεμάτοι ανθρώπους και άλογα που κατέβαιναν στους μόλους, περνώντας στριμωχτά δίπλα από χωρικούς, οι οποίοι γονάτιζαν κάθε φορά που μια Άες Σεντάι περνούσε γοργά δίπλα τους χωρίς να τους βλέπει. Το σκληρό φως των δαυλών έπεφτε παντού. Οι δύο μόλοι ξεπρόβαλλαν στον Ποταμό Μόρα σαν πέτρινα δάχτυλα, και ο καθένας φιλοξενούσε δυο μικρά δικάταρτα πλοία. Εκεί ανέβαζαν τα άλογα στο κατάστρωμα, περνώντας ένα κομμάτι καραβόπανο κάτω από την κοιλιά τους και σηκώνοντάς τα με χοντρά σχοινιά και γερανό. Κι άλλα πλοία —κοντόχοντρα, με ψηλά πλαϊνά και φανάρια στα κατάρτια— ήταν μαζεμένα πλήθος στο φεγγαρόλουστο ποτάμι, άλλα ήδη φορτωμένα και άλλα περιμένοντας τη σειρά τους. Βάρκες μετέφεραν τοξότες και σαρισοφόρους, και οι υψωμένες σάρισες τις έκαναν να μοιάζουν με γιγάντια αγκαθάρια που κολυμπούσαν στην επιφάνεια.

Στον αριστερό μόλο, η Εγκουέν βρήκε την Ανάγια, η οποία παρακολουθούσε το φόρτωμα και τα έψελνε σε όσους δεν δούλευαν γρήγορα. Αν και δεν είχε πει πάνω από δυο κουβέντες στην Εγκουέν, η Ανάγια έμοιαζε διαφορετική από τις άλλες, πιο πολύ σαν γυναίκα από την πατρίδα. Η Εγκουέν μπορούσε να τη φανταστεί να ψήνει στην κουζίνα της· τις άλλες, όχι. «Ανάγια Σεντάι, μήπως είδες τη Μουαραίν Σεντάι; Πρέπει να της μιλήσω».

Η Άες Σεντάι κοίταξε γύρω της αφηρημένα, σμίγοντας τα φρύδια. «Τι; Α, εσύ είσαι, παιδί μου. Η Μουαραίν έφυγε. Και η φίλη σου, η Νυνάβε, είναι εκεί έξω, στην Βασίλισσα του Ποταμού. Αναγκάστηκα να την ανεβάσω εγώ η ίδια, κι αυτή φώναζε ότι δεν πάει χωρίς εσένα. Φως μου, τι χαμός! Κι εσύ θα ’πρεπε να είσαι στο πλοίο. Βρες βάρκα που να πηγαίνει στη Βασίλισσα του Ποταμού. Εσείς οι δύο θα ταξιδέψετε μαζί με την Έδρα της Άμερλιν, γι’ αυτό κοίτα να προσέχεις, όταν ανέβεις πάνω. Δεν Θέλουμε νεύρα και υστερίες».