«Ποιο είναι το πλοίο της Μουαραίν Σεντάι;»
«Η Μουαραίν δεν είναι σε πλοίο, κορίτσι μου. Έχει φύγει, έφυγε πριν δυο μέρες, και η Άμερλιν έχει τα μπουρίνια της». Η Ανάγια έκανε μια γκριμάτσα και κούνησε το κεφάλι, αν και η προσοχή της ήταν ακόμα στραμμένη στους εργάτες. «Πρώτα η Μουαραίν εξαφανίστηκε μαζί με τον Λαν, μετά η Λίαντριν, ακριβώς μετά από τη Μουαραίν, και ύστερα η Βέριν, χωρίς καμιά να πει δυο λόγια πουθενά. Η Βέριν δεν πήρε καν τον Πρόμαχο της· ο Τόμας κάθεται σε αναμμένα κάρβουνα». Η Άες Σεντάι κοίταξε τον ουρανό. Το φεγγάρι που μεγάλωνε έλαμπε δίχως να το κρύβουν σύννεφα. «Θα πρέπει να ξανακαλέσουμε τον άνεμο, και ούτε αυτό θα αρέσει στην Άμερλιν. Θέλει να έχουμε φύγει για την Ταρ Βάλον μέσα σε μια ώρα, είπε, και δεν θα ανεχθεί την παραμικρή καθυστέρηση. Δεν θα ’θελα να είμαι στη θέση της Μουαραίν, ή της Λίαντριν, ή της Βέριν, όταν τις ξαναδεί. Θα ευχηθούν να ήταν πάλι μαθητευόμενες, Μα, παιδί μου, τι έχεις;»
Η Εγκουέν πήρε μια βαθιά ανάσα. Η Μουαραίν έφυγε; Λεν μπορεί! Πρέπει να το πω σε κάποια, κάποια που δεν θα γελάσει μαζί μου. Φαντάστηκε την Ανάγια στο Πεδίο του Έμοντ, να ακούει τα προβλήματα της κόρης της· η γυναίκα ταίριαζε σ’ αυτή την εικόνα. «Ανάγια Σεντάι, ο Ραντ έχει μπλέξει».
Η Ανάγια την κοίταξε συλλογισμένα. «Εκείνος ο λεβέντης από το χωριό σου; Σου λείπει κιόλας, ε; Δεν Θα με ξάφνιαζε, αν όντως έχει μπλέξει. Οι νεαροί της ηλικίας του το συνηθίζουν. Αν και ο άλλος —ο Ματ;— έμοιαζε πιο πολύ για τέτοιος τύπος. Καλά, παιδί μου. Δεν θέλω να σε κοροϊδέψω, ή να το πάρω στ’ αστεία. Πού έμπλεξε, και πώς το ξέρεις; Τώρα πια θα πρέπει να έχουν βρει το Κέρας με τον Άρχοντα Ίνγκταρ και να είναι πάλι στο Φαλ Ντάρα, Ή, σε αντίθετη περίπτωση, αναγκάστηκαν να το ακολουθήσουν στη Μάστιγα, και τότε εμείς δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα».
«Δεν — δεν νομίζω να είναι στη Μάστιγα, ούτε να έχουν γυρίσει στο Φαλ Ντάρα. Είδα ένα όνειρο». Το είπε σχεδόν προκλητικά. Της φάνηκε ανόητο έτσι όπως το έλεγε, αλλά το όνειρο της είχε φανεί αληθινό. Εφιάλτης, αλλά αληθινός. Στην αρχή ήταν ένας άνδρας μασκοφορεμένος, με φωτιά αντί για μάτια. Παρά τη μάσκα, της φάνηκε ότι ο άνδρας είχε εκπλαγεί βλέποντάς την. Η όψη του την είχε τρομάξει, τόσο που πίστεψε ότι τα κόκαλά της θα έσπαζαν από την τρεμούλα, αλλά ξαφνικά ο άνδρας εξαφανίστηκε και η Εγκουέν είδε τον Ραντ να κοιμάται κατάχαμα, κουκουλωμένος μ’ έναν μανδύα. Μια γυναίκα στεκόταν από πάνω τους, κοιτάζοντάς τον. Το πρόσωπό της ήταν στη σκιά, αλλά τα μάτια της έμοιαζαν να λάμπουν σαν το φεγγάρι, και ήταν με το μέρος του κακού, η Εγκουέν το ήξερε. Έπειτα άστραψε ένα φως, και χάθηκαν. Και οι δύο. Και πίσω απ’ όλα, λες και ήταν ένα εντελώς διαφορετικό στοιχείο, υπήρχε η αίσθηση του κινδύνου, σαν να είχε μόλις αρχίσει να κλείνει μια παγίδα πάνω σε ανύποπτο μέλος, μια παγίδα με πολλά σαγόνια. Σαν να είχε επιβραδυνθεί ο χρόνος και η Εγκουέν να μπορούσε να δει τα σιδερένια σαγόνια να πλησιάζουν. Το όνειρο δεν ξεθώριασε με το ξύπνημα. Και ο κίνδυνος έμοιαζε τόσο δυνατός, που πάλι ήθελε να κοιτάξει πάνω από τον ώμο της — μόνο που ήξερε ότι απειλούσε τον Ραντ, όχι αυτήν.
Αναρωτήθηκε αν η γυναίκα ήταν η Μουαραίν, και έψεξε τον εαυτό της για τη σκέψη. Η Λίαντριν ταίριαζε καλύτερα στο ρόλο. Ή ίσως η Αλάνα· κι αυτή επίσης είχε ενδιαφερθεί για τον Ραντ.
Ντρεπόταν να το διηγηθεί στην Ανάγια. Είπε μ’ επισημότητα, «Ανάγια Σεντάι, ξέρω ότι φαίνεται ανόητο, αλλά ο Ραντ βρίσκεται σε κίνδυνο. Σε μεγάλο κίνδυνο. Το ξέρω. Το ένιωθα. Ακόμα το νιώθω».
Η Ανάγια έπεσε σε σκέψεις. «Ε, λοιπόν», είπε με απαλή φωνή, «να μια πιθανότητα που, πάω στοίχημα, δεν πέρασε από το νου κανενός. Μπορεί να είσαι Ονειρεύτρια. Είναι μικρή η πιθανότητα, παιδί μου, αλλά... Δεν είχαμε τέτοια τα τελευταία —πόσο— τετρακόσια ή πεντακόσια χρόνια. Και το Ονείρεμα σχετίζεται στενά με την Πρόβλεψη. Αν στ’ αλήθεια μπορείς να Ονειρευτείς, ίσως επίσης και να μπορείς να Προβλέψεις. Χαρά που θα κάνουν οι Κόκκινες. Φυσικά, μπορεί να είναι ένας απλός εφιάλτης, τον οποίο προκάλεσε η περασμένη ώρα, το κρύο φαγητό, οι κακουχίες που είχαμε στο ταξίδι μας από τη στιγμή που φύγαμε από το Φαλ Ντάρα. Και η νοσταλγία για τον νεαρό σου. Πολύ πιθανότερο. Ναι, ναι παιδί μου, καταλαβαίνω. Ανησυχείς γι’ αυτόν. Μήπως το όνειρό σου έδειχνε τι είδους κίνδυνος ήταν;»
Η Εγκουέν κούνησε το κεφάλι. «Ο Ραντ απλώς εξαφανίστηκε, κι εγώ ένιωσα τον κίνδυνο. Και το κακό, Το ένιωσα πριν εξαφανιστεί». Ανατρίχιασε και έτριψε τα χέρια της. «Ακόμα το νιώθω».
«Καλά, θα μιλήσουμε κι άλλο στην Βασίλισσα του Ποταμού. Αν είσαι Ονειρεύτρια, θα φροντίσω να εκπαιδευθείς με τον τρόπο που κανονικά θα έπρεπε η Μουαραίν να... Εσύ εκεί!» γάβγισε ξαφνικά η Άες Σεντάι, και η Εγκουέν τινάχτηκε. Ένας ψηλός, που μόλις είχε καθίσει σ’ ένα βαρέλι με κρασί, τινάχτηκε κι αυτός. Αρκετοί άλλοι τάχυναν το βήμα. «Αυτό είναι για να το φορτώσουμε, όχι για να ξαπλώσουμε! Θα μιλήσουμε στο πλοίο, παιδί μου. Όχι, ανόητε! Δεν μπορείς να το κουβαλήσεις μόνος σου! Θέλεις να πάθεις τίποτα;» Η Ανάγια κατέβηκε στο μόλο, λούζοντας τους άτυχους χωρικούς με λόγια που η Εγκουέν δεν θα μάντευε ότι γνώριζε.