Η Εγκουέν κοίταξε κατά το νότο μέσα στο σκοτάδι. Ο Ραντ ήταν εκεί έξω, κάπου. Όχι στο Φαλ Ντάρα, όχι στη Μάστιγα. Ήταν σίγουρη γι’ αυτό. Κάνε κουράγιο, χοντροκέφαλε. Αν σκοτωθείς πριν σε γλιτώσω, εγώ θα σε γδάρω ζωντανό. Δεν της πέρασε από το νου να αναρωτηθεί πώς θα τον γλίτωνε, αφού ήταν στο δρόμο της για την Ταρ Βάλον.
Κουκουλώθηκε με το μανδύα της και ξεκίνησε να βρει βάρκα για τη Βασίλισσα του Ποταμού.
13
Από Λίθο σε Λίθο
Το φως του ήλιου που ανέτειλλε ξύπνησε τον Ραντ, που αναρωτήθηκε αν ονειρευόταν. Ανακάθισε αργά, κοιτάζοντας γύρω. Τα πάντα είχαν αλλάξει, ή σχεδόν τα πάντα. Ο ήλιος και ο ουρανός ήταν όπως περίμενε να τους δει, αν και ο ήλιος ήταν κατάχλομος και ο ουρανός σχεδόν ανέφελος. Ο Λόιαλ και ο Χούριν ήταν ακόμα ξαπλωμένοι δεξιά κι αριστερά του, τυλιγμένοι στους μανδύες τους, βυθισμένοι στον ύπνο, και τα άλογά τους ακόμα στέκονταν πεδικλωμένα μια απλωσιά πιο κει, μα όλοι οι άλλοι είχαν χαθεί. Στρατιώτες, άλογα, οι φίλοι του, οι πάντες και τα πάντα είχαν χαθεί.
Το ίδιο το λάκκωμα είχε αλλάξει, και τώρα βρίσκονταν στη μέση του, όχι στην άκρη. Κοντά στο κεφάλι του Ραντ υψωνόταν ένας ψηλός πέτρινος κύλινδρος, τρεις απλωσιές ψηλός και μια απλωσιά παχύς, σκεπασμένος από εκατοντάδες, ίσως χιλιάδες, βαθιά χαραγμένα διαγράμματα και σημάδια, σε κάποια γλώσσα άγνωστή του. Άσπρες πέτρες ήταν στρωμένες στο δάπεδο του λακκώματος, ίσιες σαν πάτωμα, τόσο καλογυαλισμένες που σχεδόν άστραφταν. Πλατιά, ψηλά σκαλοπάτια ανέβαιναν ως το χείλος, σχηματίζοντας ομόκεντρα δαχτυλίδια από πέτρες διαφορετικών χρωμάτων το καθένα. Και γύρω από το χείλος τα δέντρα στέκονταν μαυρισμένα και στραβά, σαν να τα είχε χτυπήσει πύρινη λαίλαπα. Τα πάντα έμοιαζαν πιο χλωμά απ’ όσο έπρεπε, ακριβώς σαν τον ήλιο, πιο θαμπά, σαν να τα έβλεπε μέσα σε ομίχλη. Μόνο που δεν υπήρχε ομίχλη. Μονάχα οι τρεις τους και τα άλογα έμοιαζαν να είναι πραγματικά στερεοί. Αλλά, όταν άγγιξε την πέτρα από κάτω του, την αισθάνθηκε αρκετά στερεή.
Κούνησε τον Λόιαλ και τον Χούριν. «Ξυπνήστε! Ξυπνήστε και πείτε μου ότι ονειρεύομαι. Σας παρακαλώ, ξυπνήστε!»
«Ξημέρωσε κιόλας;» άρχισε να λέει ο Λόιαλ, καθώς ανακάθιζε, και μετά το στόμα του έμεινε ανοιχτό και τα μεγάλα, στρογγυλά μάτια του γούρλωσαν.
Ο Χούριν ξύπνησε απότομα, και μετά πετάχτηκε όρθιος, πηδώντας σαν ψύλλος σε καυτή πείρα, για να δει δεξιά κι αριστερά. «Πού είμαστε; Τι έγινε; Που πήγαν όλοι; Πού είμαστε, Άρχοντα Ραντ;» Έπεσε στα γόνατα, σφίγγοντας τα χέρια του, αλλά τα μάτια του τινάζονταν πέρα-δώθε. «Τι έγινε;»
«Λεν ξέρω», είπε αργά ο Ραντ. «Ήλπιζα να είναι όνειρο, αλλά... Μπορεί να είναι όνειρο». Είχε εμπειρία από όνειρα που δεν ήταν όνειρα, εμπειρία την οποία δεν ήθελε ούτε να την ξαναζήσει, ούτε να τη Θυμηθεί. Σηκώθηκε προσεκτικά. Όλα έμειναν όπως ήταν.
«Λεν νομίζω», είπε ο Λόιαλ. Μελετούσε τη στήλη και δεν φαινόταν ευχαριστημένος. Τα μακριά φρύδια του ήταν πεσμένα ως τα μάγουλά του και τα φουντωτά αυτιά του έμοιαζαν μαραμένα. «Νομίζω ότι αυτή είναι η ίδια πέτρα που πέσαμε να κοιμηθούμε πλάι της χτες τη νύχτα. Τώρα νομίζω πως ξέρω τι είναι». Αντίθετα από άλλες φορές, τώρα φαινόταν δυστυχής για κάτι που γνώριζε.
«Αυτό είναι...» Όχι. Το ότι ήταν η ίδια πέτρα δεν ήταν πιο τρελό από αυτά που έβλεπε γύρω του, τον Ματ και τον Πέριν και τους Σιναρανούς να έχουν εξαφανιστεί και τα πάντα να έχουν αλλάξει. Νόμιζα ότι ξέφυγα, μα να που ξανάρχισε, και τώρα πια δεν υπάρχει τίποτα το τρελό σ’ αυτό. Εκτός αν είμαι εγώ τρελός. Κοίταξε τον Λόιαλ και τον Χούριν. Λεν φέρονταν σαν να ήταν τρελός· το έβλεπαν κι αυτοί. Κάτι στα σκαλιά έπιασε το βλέμμα του, τα διαφορετικά χρώματα, επτά, που ξεκινούσαν από το γαλάζιο και κατέληγαν στο κόκκινο. «Ένα για κάδε Άτζα», είπε.
«Όχι, Άρχοντα Ραντ», βόγκηξε ο Χούριν. «Όχι. Οι Άες Σεντάι δεν Θα το έκαναν σε μας. Λεν θα το έκαναν! Περπατώ στο Φως».
«Όλοι περπατούμε στο Φως, Χούριν», είπε ο Ραντ. «Οι Άες Σεντάι δεν θα σε πειράξουν». Εκτός αν μπεις εμπόδιο στο δρόμο τους. Μήπως ήταν δουλειά της Μουαραίν, με κάποιον τρόπο; «Λόιαλ, είπες ότι ξέρεις τι είναι αυτή η πέτρα. Τι;»