«Είπα ότι νομίζω πως ξέρω, Ραντ. Είχα δει ένα κομμάτι ενός παλιού βιβλίου, λίγες σελίδες μόνο, αλλά στη μια υπήρχε το σχέδιο αυτής της πέτρας, αυτής της Λίθου, ή κάποιας σαν κι αυτήν. Και από κάτω έλεγε, ‘Από Λίθο σε Λίθο τρέχουν οι γραμμές του «αν», μεταξύ των κόσμων που ίσως υπάρχουν’».
«Τι σημαίνει αυτό, Ραντ; Δεν έχει νόημα».
Ο Ογκιρανός κούνησε θλιμμένα το πελώριο κεφάλι του. «Ήταν μόνο λίγες σελίδες. Κάπου έλεγε ότι οι Άες Σεντάι στην Εποχή των Θρύλων, μερικές απ’ αυτές, οι οποίες μπορούσαν να Ταξιδέψουν, οι πιο ισχυρές, μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν αυτές τις Λίθους. Δεν έλεγε το πώς, αλλά νομίζω, απ’ όσο κατάφερα να ξεδιαλύνω, ότι ίσως αυτές οι Άες Σεντάι χρησιμοποιούσαν με κάποιον τρόπο τις Λίθους για να ταξιδεύουν σ’ αυτούς τους κόσμους». Σήκωσε το βλέμμα στα καμένα δέντρα και αμέσως το χαμήλωσε, μην θέλοντας να σκεφτεί τι υπήρχε πέρα από το χείλος. «Αλλά, ακόμα κι αν οι Άες Σεντάι μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν, ή μπορούσαν, δεν είχαμε μαζί μας Άες Σεντάι για να διαβιβάσουν τη Δύναμη, άρα δεν καταλαβαίνω πώς έγινε».
Ο Ραντ ένιωσε τσιμπηματάκια στο δέρμα του. Τα χρησιμοποιούσαν οι Άες Σεντάι. Στην Εποχή των Θρύλων, όταν υπήρχαν άνδρες Άες Σεντάι. Θυμόταν αόριστα το κενό να κλείνει γύρω του καθώς αποκοιμιόταν, γεμάτο από κείνη την αναγουλιαστική λάμψη. Θυμήθηκε το δωμάτιο στο χωριό και το φως προς το οποίο είχε απλώσει για να ξεφύγει. Αν ήταν αυτό το αρσενικό μισό της Αληθινής Πηγής... Όχι, δεν μπορεί. Αλλά αν είναι; Φως μου, αναρωτιόμουν αν έπρεπε να το βάλω στα πόδια ή όχι, και από την αρχή ήταν εδώ, μέσα στο κεφάλι μου. Μπορεί εγώ να μας έφερα εδώ. Δεν ήθελε ούτε να το σκεφτεί. «Κόσμους που ίσως υπάρχουν; Λεν καταλαβαίνω, Λόιαλ».
Ο Ογκιρανός κούνησε τους πελώριους ώμους του με αμηχανία. «Ούτε κι εγώ, Ραντ. Τα πιο πολλά έμοιαζαν κάπως έτσι. ‘Αν μια γυναίκα πάει αριστερά, ή δεξιά, διχάζεται άραγε η ροή του Χρόνου; Μήπως τότε ο Τροχός υφαίνει δύο Σχήματα; Χίλια, για κάθε στροφή της; Όσα και τα άστρα; Άραγε το ένα είναι αληθινό και τα άλλα απλές σκιές και καθρεφτίσματα;’ Βλέπεις, δεν ήταν ξεκάθαρο. Κυρίως έκανε ερωτήσεις, που οι πιο πολλές έμοιαζαν να αντιφάσκουν μεταξύ τους. Και δεν έγραφε πολλά». Ξαναγύρισε το βλέμμα στη στήλη, αλλά την κοίταζε σαν να ευχόταν να εξαφανιζόταν. «Υποτίθεται πως υπάρχουν πολλές τέτοιες Λίθοι, σκορπισμένες σ’ ολόκληρο τον κόσμο, ή υπήρχαν κάποτε, αλλά δεν άκουσα να έχει βρεθεί καμία. Ποτέ δεν άκουσα για κανέναν που να έχει βρει τέτοιο πράγμα».
«Άρχοντά μου Ραντ;» Ο Χούριν είχε σηκωθεί και έμοιαζε πιο ήρεμος, αλλά τα χέρια του έσφιγγαν τη μέση του πάνω από το πανωφόρι του, και είχε ένα παρακλητικό ύφος. «Άρχοντα μου Ραντ, θα μας ξαναπάς πίσω, έτσι δεν είναι; Πίσω στον τόπο μας; Έχω γυναίκα και παιδιά, Άρχοντά μου. Η Μέλια θα πονέσει πολύ αν πεθάνω, αλλά, αν δεν έχει ούτε το πτώμα μου να δώσει στην αγκαλιά της μητέρας, θα την τρώει ο καημός μια ζωή. Το καταλαβαίνεις, Άρχοντά μου. Δεν μπορώ να την αφήσω έτσι, να μην ξέρει τι έγινε. Θα μας πας πίσω. Και αν πεθάνω, αν δεν μπορείς να της πας το πτώμα μου, πες της το, τουλάχιστον να το ξέρει». Ο τόνος του, καθώς κατέληγε, δεν ήταν ερωτηματικός. Μια νότα εμπιστοσύνης είχε εμφανιστεί στη φωνή του.
Ο Ραντ άνοιξε το στόμα για να ξαναπεί ότι δεν ήταν άρχοντας, και το ξανάκλεισε χωρίς να μιλήσει. Δεν ήταν τόσο σημαντικό πια. Εσύ τον έμπλεξες. Ήθελε να το αρνηθεί, αλλά ήξερε ποιος ήταν, ήξερε ότι μπορούσε να διαβιβάζει, ακόμα κι αν η πράξη έμοιαζε να συμβαίνει από μόνη της. Ο Λόιαλ είχε πει ότι οι Άες Σεντάι χρησιμοποιούσαν τις Λίθους, κι αυτό σήμαινε τη Μία Δύναμη. Όταν ο Λόιαλ έλεγε ότι ήξερε κάτι, μπορούσες να βασιστείς σ’ αυτό —ο Ογκιρανός ποτέ δεν ισχυριζόταν πως ήξερε κάτι που αγνοούσε— και δεν υπήρχε κανείς εκεί κοντά που να μπορεί να χρησιμοποιεί τη Δύναμη. Εσύ τον έμπλεξες, εσύ θα τον ξεμπλέξεις. Πρέπει να προσπαθήσεις.
«Θα κάνω ό,τι μπορώ, Χούριν». Κι επειδή ο Χούριν ήταν Σιναρανός, πρόσθεσε, «Στον Οίκο μου και στην τιμή μου. Ο Οίκος και η τιμή ενός βοσκού, μα θα τα κάνω ισάξια άρχοντα».
Ο Χούριν ξέσφιξε τα χέρια του. Το βλέμμα του έδειξε μεγαλύτερη σιγουριά. Υποκλίθηκε βαθιά. «Είναι τιμή μου να σε υπηρετώ, Άρχοντά μου».
Ο Ραντ ένιωσε τις ενοχές να τον δαγκώνουν. Νομίζει ότι θα τον πας σπίτι, τώρα, επειδή οι Σιναρανοί άρχοντες πάντα κρατάνε το λόγο τους. Τι θα κάνεις, Άρχοντα Ραντ; «Όχι τέτοια πράγματα, Χούριν. Άσε τις υποκλίσεις. Δεν είμαι—» Ξαφνικά κατάλαβε πως δεν μπορούσε να του ξαναπεί πως δεν ήταν άρχοντας. Το μόνο που στήριζε τον μυριστή ήταν η πίστη του σ’ έναν άρχοντα, και δεν μπορούσε να του το αφαιρέσει, τώρα, εδώ που βρίσκονταν. «Άσε τις υποκλίσεις», κατέληξε αδέξια.