Ο Ογκιρανός σήκωσε τους ώμους με αμφιβολία. Ανέβηκε στο πελώριο άλογά του και ακολούθησε τον Ραντ στα σκαλιά, ως τον Χούριν ανάμεσα στα καμένα δέντρα.
Η περιοχή εκτεινόταν μακριά, με χαμηλά, ομαλά υψωματάκια, αραιά δάση εδώ κι εκεί με λιβάδια ανάμεσά τους, ενώ τη διέσχιζαν αρκετά ποταμάκια. Του Ραντ του φάνηκε πως κάπου, όχι πολύ μακριά, διέκρινε άλλο ένα καμένο σημείο. Ήταν χλωμό, τα χρώματα σβησμένα. Δεν υπήρχε τίποτα που να μοιάζει με ανθρώπινο έργο, εκτός από τον πέτρινο κύκλο πίσω τους. Ο ουρανός ήταν άδειος, χωρίς καπνό από καμινάδες, χωρίς πουλιά, με λίγα μόνο σύννεφα και τον χλωμό, κίτρινο ήλιο.
Το χειρότερο απ’ όλα, όμως, ήταν ότι η γη έμοιαζε να χαλά το βλέμμα. Ό,τι ήταν κοντά έδειχνε εντάξει, όπως και ότι ήταν μακριά στο βάθος. Αλλά, κάδε φορά που ο Ραντ γυρνούσε το κεφάλι, τα πράγματα που έμοιαζαν μακρινά, όταν τα έβλεπε με την άκρη του ματιού, έμοιαζαν να χιμούν κατά πάνω του, να είναι κοντινότερα όταν τα κοίταζε κατευθείαν. Του έφερνε ίλιγγο· ακόμα και τα άλογα χλιμίντριζαν νευρικά και κυλούσαν τα μάτια τους. Προσπάθησε να κουνήσει το κεφάλι αργά· η φαινομενική κίνηση των πραγμάτων, που κανονικά θα ήταν σταθερά, υπήρχε ακόμα, αλλά αυτό βοήθησε λιγάκι.
«Το κομμάτι του βιβλίου έλεγε τίποτα γι’ αυτό» ρώτησε ο Ραντ.
Ο Λόιαλ κούνησε το κεφάλι, και μετά ξεροκατάπιε, σαν να είχε μετανιώσει που το κούνησε. «Τίποτα».
«Φαντάζομαι ότι δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα. Προς τα πού, Χούριν;»
«Προς το νότο, Άρχοντα Ραντ». Ο μυριστής είχε το βλέμμα χαμηλωμένο στο έδαφος.
«Προς το νότο, λοιπόν». Πρέπει να υπάρχει κι άλλος τρόπος να επιστρέψουμε, χωρίς να χρησιμοποιήσω τη Δύναμη. Ο Ραντ κλώτσησε το πλευρό του Κοκκινοτρίχη. Προσπάθησε να μιλήσει ανάλαφρα, σαν να μην έβλεπε καμία δυσκολία σ’ αυτό που πήγαιναν να κάνουν. «Τι είχε πει ο Ίνγκταρ; Τρεις-τέσσερις μέρες ως το μνημείο του Άρτουρ του Γερακόφτερου; Αναρωτιέμαι αν υπάρχει κι αυτό εδώ, έτσι όπως υπάρχουν οι Λίθοι. Αν αυτός είναι ένας κόσμος που θα μπορούσε να είναι, ίσως να είναι ακόμα όρθιο. Δεν θα ’ταν φοβερό θέαμα, Λόιαλ;»
Συνέχισαν προς το νότο.
14
Λυκαδελφός
«Χάθηκαν;» μονολόγησε ο Ίνγκταρ. «Και οι σκοποί μου δεν είδαν τίποτα. Τίποτα! Δεν μπορεί έτσι απλά να χάθηκαν!»
Ακούγοντάς τον, ο Πέριν έσκυψε το κεφάλι και κοίταξε τον Ματ, ο οποίος στεκόταν πιο πέρα κατσουφιασμένος, μονολογώντας. Ή μάλλον καυγαδίζοντας με τον εαυτό του, έτσι το έβλεπε ο Πέριν. Ο ήλιος ξεμύτιζε πάνω από τον ορίζοντα και κανονικά τέτοια ώρα θα ήταν στ’ άλογα και θα κάλπαζαν. Μακριές σκιές απλώνονταν στο λάκκωμα, τραβηγμένες και λεπτές, αλλά και πάλι έμοιαζαν με τα δέντρα που τις είχαν γεννήσει. Τα άλογα με τις προμήθειες, φορτωμένα και δεμένα στη σειρά μεταξύ τους, ανεβοκατέβαζαν τα πόδια νευρικά, όμως όλοι οι άνδρες στέκονταν πλάι στα άλογά τους και περίμεναν.
Πλησίασε ο Ούνο. «Ούτε ένα καμένο αχνάρι, Άρχοντά μου». Φαινόταν προσβεβλημένος· η αποτυχία ίσως ήταν δικό του φταίξιμο. «Που να καώ, δεν φαίνεται ούτε ξύσιμο οπλής στο χώμα. Εξαφανίστηκαν, που να καούν».
«Τρεις άνδρες και τρία άλογα δεν εξαφανίζονται έτσι απλά», μούγκρισε ο Ίνγκταρ. «Ερεύνησε πάλι το έδαφος, Ούνο. Αν μπορεί να βρει κάποιος που πήγαν, αυτός είσαι εσύ».
«Μπορεί να το έσκασαν», είπε ο Ματ. Ο Ούνο σταμάτησε και τον αγριοκοίταξε. Λες και είχε βρίσει Άες Σεντάι, απόρησε ο Πέριν.
«Γιατί να το σκάσουν;» Η φωνή του Ίνγκταρ ήταν απειλητικά γλυκιά. «Ο Ραντ, ο Κατασκευαστής, ο μυριστής μου —ο μυριστής μου!— γιατί να το σκάσει κάποιος απ’ αυτούς, πόσο μάλλον και οι τρεις;»
Ο Ματ σήκωσε τους ώμους. «Δεν ξέρω. Ο Ραντ ήταν...» Του Πέριν του ήρθε να του πετάξει κάτι, να τον χτυπήσει, να κάνει κάτι για να τον σταματήσει, μα ο Ίνγκταρ και ο Ούνο τον κοίταζαν. Ένιωσε να τον πλημμυρίζει η ανακούφιση όταν ο Ματ κοντοστάθηκε, άπλωσε τα χέρια και μουρμούρισε, «Δεν ξέρω γιατί. Απλώς σκέφτηκα μήπως το έσκασαν».
Ο Ίνγκταρ έκανε μια γκριμάτσα. «Το έσκασαν», βρυχήθηκε, με τόνο σαν να μην το πίστευε ούτε στιγμή. «Ο Κατασκευαστής μπορεί να πάει όπου θέλει, αλλά ο Χούριν δεν θα το έσκαγε. Ούτε και ο Ραντ αλ’Θορ. Δεν θα έφευγε αυτός· τώρα ξέρει το καθήκον του. Εμπρός, Ούνο. Ψάξε πάλι το έδαφος». Ο Ούνο έκανε μισή υπόκλιση και έφυγε βιαστικά, με τη θήκη του σπαθιού να ανεβοκατεβαίνει στην πλάτη του. Ο Ίνγκταρ μούγκρισε, «Γιατί να φύγει έτσι ο Χούριν, νυχτιάτικα, χωρίς να πει λέξη; Ξέρει τι πάμε να κάνουμε. Πώς θα παρακολουθήσω τα Σκιογέννητα αποβράσματα χωρίς αυτόν; Θα ’δινα χίλιες χρυσές κορώνες για ένα κοπάδι κυνηγόσκυλα. Αν δεν ήξερα, θα έλεγα ότι οι Σκοτεινόφιλοι το έκαναν για να πάνε ανατολικά ή δυτικά χωρίς να το καταλάβω. Μα την ειρήνη, δεν το ξέρω». Ακολούθησε τον Ούνο με βαριά βήματα.