Ο Πέριν έκανε μια κίνηση που φανέρωνε αμηχανία. Σίγουρα οι Σκοτεινόφιλοι απομακρύνονταν όλο και περισσότερο με κάθε λεπτό που περνούσε. Έφευγαν, και μαζί τους το Κέρας του Βαλίρ — και το εγχειρίδιο από τη Σαντάρ Λογκόθ. Δεν πίστευε πως ο Ραντ, ό,τι κι αν είχε πάθει, ό,τι κι αν ήταν τώρα, θα εγκατέλειπε αυτή την αναζήτηση. Αλλά πού πήγε, και γιατί; Ο Λόιαλ ίσως να ακολουθούσε τον Ραντ λόγω φιλίας — αλλά ο Χούριν γιατί;
«Μπορεί να μην το έσκασε», μουρμούρισε, και μετά κοίταξε γύρω του. Δεν φαινόταν να τον είχε ακούσει κανείς· ακόμα και ο Ματ δεν τον πρόσεχε. Έξυσε τα μαλλιά του. Αν τον κυνηγούσαν οι Άες Σεντάι σαν ψεύτικο Δράκοντα, κι ο ίδιος θα το έσκαζε. Αλλά η ανησυχία για τον Ραντ δεν θα τον βοηθούσε να βρει τους Σκοτεινόφιλους.
Υπήρχε τρόπος, ίσως, αν ήταν διατεθειμένος να τον ακολουθήσει. Δεν ήθελε να τον ακολουθήσει. Τον απέφευγε καιρό, μα ίσως τώρα δεν μπορούσε να τον αποφύγει άλλο πια. Καλά να πάθω, με κείνο που είπα στον Ραντ. Μακάρι να μπορούσε να το σκάσω. Αν και ήξερε τι μπορούσε να κάνει —τι έπρεπε να κάνει— για να βοηθήσει, κοντοστάθηκε.
Δεν τον κοίταζαν. Δεν θα ήξεραν τι έκανε, ακόμα κι αν τον κοίταζαν. Στο τέλος, απρόθυμα, έκλεισε τα μάτια και άφησε τον εαυτό του να πλανηθεί, άφησε τις σκέψεις του να πλανηθούν, μακριά του.
Από την πρώτη αρχή προσπαθούσε να το αρνηθεί, πολύ πριν αλλάξουν τα μάτια του, και από βαθυκάστανα που ήταν να πάρουν αυτό το λαμπερό, χρυσοκίτρινο χρώμα. Με την πρώτη εκείνη συνάντηση, με κείνη την πρώτη στιγμή αναγνώρισης, είχε αρνηθεί να το πιστέψει, και από τότε έτρεχε να ξεφύγει από την παραδοχή. Ακόμα ήθελε να το βάλει στα πόδια.
Οι σκέψεις του αιωρήθηκαν, έψαξαν να βρουν αυτό που έπρεπε να υπάρχει εκεί έξω, αυτό που υπήρχε πάντα στην ύπαιθρο, όπου οι άνθρωποι ήταν λιγοστοί και μακριά μεταξύ τους, έψαξαν να βρουν τα αδέλφια του. Δεν του άρεσε να το σκέφτεται, αλλά ήταν.
Στην αρχή φοβόταν πως αυτό που έκανε είχε το μόλυσμα του Σκοτεινού, ή της Μίας Δύναμης — και τα δύο ήταν εξίσου άσχημα για κάποιον που το μόνο που ήθελε ήταν να γίνει σιδεράς και να περάσει τη ζωή του στο Φως, με γαλήνη. Από τότε και μετά, καταλάβαινε περίπου πώς ένιωθε ο Ραντ, το φόβο του εαυτού του, την αίσθηση ότι ήταν ρυπαρός. Ακόμα δεν το είχε ξεπεράσει τελείως. Αυτό που έκανε ήταν κάτι αρχαιότερο από τη χρήση της Μίας Δύναμης από τους ανθρώπους, κάτι από τότε που άρχισε ο χρόνος. Η Μουαραίν του είχε πει πως δεν ήταν η Δύναμη. Ήταν κάτι που είχε εξαφανιστεί από καιρό και τώρα επέστρεφε. Το ήξερε και η Εγκουέν, αν και ο Πέριν ευχόταν να μην το είχε μάθει ούτε αυτή. Να μην το είχε μάθει κανείς. Ευχόταν να μην το είχε πει η Εγκουέν αλλού.
Επαφή. Τα ένιωσε, ένιωσε άλλα μυαλά. Ένιωσε τα αδέλφια του, τους λύκους.
Οι σκέψεις τους του ήρθαν μ’ ένα στροβίλισμα εικόνων και συναισθημάτων. Τότε στην αρχή δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τίποτα, παρά μόνο αδρά συναισθήματα, αλλά τώρα το μυαλό του αντιστοίχιζε λέξεις. Λυκαδελφός. Έκπληξη. Δίποδος με μιλιά. Μια ξεθωριασμένη εικόνα, αμυδρή μέσα στο χρόνο, πανάρχαια, που έδειχνε ανθρώπους να κυνηγούν μαζί με λύκους, δύο κοπάδια που κυνηγούσαν μαζί. Ακούσαμε ότι αυτό ξανάρχεται. Είσαι ο Μακρυδόντης;
Ήταν η αχνή εικόνα ενός ανθρώπου, ντυμένου με ρούχα φτιαγμένα από τομάρια, με ένα μακρύ μαχαίρι στο χέρι του, αλλά πάνω από το είδωλο, προς το κέντρο, ήταν ένας πυκνοτρίχης λύκος, ο οποίος είχε ένα δόντι μακρύτερο από τα άλλα, ένα ατσαλένιο δόντι, που άστραφτε στο φως του ήλιου, καθώς ο λύκος οδηγούσε το κοπάδι σε μια απελπισμένη επιδρομή πάνω στο βαθύ χιόνι προς το ελάφι, η οποία θα σήμαινε ζωή αντί για τον αργό θάνατο από ασιτία, και μετά το ελάφι να τρέχει και να σφαδάζει και να καταλήγει στις κοιλιές τους, και ο ήλιος να λάμπει πάνω στην ασπράδα, κάνοντας τα μάτια να πονούν, και ο άνεμος να ουρλιάζει στα περάσματα, αναδεύοντας το χιόνι σαν ομίχλη, και... Τα ονόματα των λύκων ήταν πάντα πολύπλοκες εικόνες.
Ο Πέριν αναγνώρισε τον άνδρα. Ήταν ο Ιλάυας Ματσίρα, που του είχε γνωρίσει τους λύκους. Μερικές φορές ευχόταν να μην τον είχε συναντήσει ποτέ.
Όχι, σκέφτηκε, και προσπάθησε να φανταστεί τον εαυτό του στο μυαλό του.
Ναι. Ακούσαμε για σένα.
Λεν ήταν η εικόνα που είχε φτιάξει, ένας νεαρός με πλατιούς ώμους και πυκνά κατσαρά μαλλιά, ένας νεαρός με τσεκούρι στη ζώνη, τον οποίο οι άλλοι έβρισκαν αργό στις κινήσεις και στις σκέψεις. Αυτός ο άνδρας ήταν εκεί, κάπου στη νοητή εικόνα που ερχόταν από τους λύκους, αλλά υπήρχε, κατά πολύ δυνατότερος, ένας πελώριος, άγριος ταύρος με κυρτά κέρατα από αστραφτερό μέταλλο, να τρέχει στη νύχτα με την ταχύτητα και την ευφορία της νιότης, με το κατσαρό τρίχωμά του να γυαλίζει στο φως του φεγγαριού, να ορμά ανάμεσα σε έφιππους Λευκομανδίτες, με τον αέρα ξερό και κρύο και σκοτεινό, με το αίμα τόσο κόκκινο στα κέρατα, και...