Νεαρός Ταύρος.
Για μια στιγμή το σοκ έκανε τον Πέριν να χάσει την επαφή. Δεν είχε ονειρευτεί πως του είχαν δώσει όνομα. Ευχήθηκε να μην Θυμόταν πώς το είχε κερδίσει. Άγγιξε το τσεκούρι στη ζώνη του· το μισοφέγγαρο της λεπίδας άστραφτε. Φως μου βοήθησέ με, σκότωσα δυο ανθρώπους. Θα με είχαν σκοτώσει, αν προλάβαιναν, όπως και την Εγκουέν, αλλά...
Τα παραμέρισε όλα —είχαν γίνει και τα είχε προσπεράσει· δεν ήθελε να Θυμάται τίποτα— και έδωσε στους λύκους τη μυρωδιά του Ραντ, του Λόιαλ και του Χούριν, και ρώτησε αν τους είχαν μυριστεί. Μιαν ένα από αυτά που είχε αποκτήσει μαζί με την αλλαγή των ματιών του· μπορούσε να αναγνωρίσει τους ανθρώπους από τη μυρωδιά τους, ακόμα κι όταν δεν τους έβλεπε. Η όραση του επίσης είχε γίνει οξύτερη, και μόνο στο απόλυτο σκοτάδι δεν μπορούσε να δει. Πάντα φρόντιζε να ανάβει τη λάμπα ή το κερί, τώρα, μερικές φορές πριν σκεφτούν οι άλλοι ότι χρειαζόταν.
Από τους λύκους ήρθε η εικόνα καβαλάρηδων, που πλησίαζαν το λάκκωμα την προηγούμενη μέρα. Ήταν η τελευταία φορά που είχαν δει ή είχαν μυρίσει τον Ραντ και τους άλλους δύο.
Ο Πέριν δίστασε. Το επόμενο βήμα θα ήταν άχρηστο, αν δεν μιλούσε στον Ίνγκταρ. Και ο Ματ θα πεθάνει, αν δεν βρούμε εκείνο το εγχειρίδιο. Που να καείς, Ραντ, ήταν ανάγκη να πάρεις τον μυριστή;
Τη μία φορά που είχε πάει στο μπουντρούμι, μαζί με την Εγκουέν, η μυρωδιά του Φάιν είχε κάνει τις τρίχες του να σταθούν όρθιες· ακόμα και οι Τρόλοκ δεν είχαν τόσο ρυπαρή μυρωδιά. Ήθελε να σπάσει τα κάγκελα του κελιού και να σχίσει στα δύο εκείνον τον άνθρωπο, και όταν ανακάλυψε αυτά τα συναισθήματα μέσα του, τον φόβισαν πιο πολύ απ’ όσο ο Φάιν. Για να κρύψει τη μυρωδιά του Φάιν στο μυαλό του, πρόσθεσε την οσμή των Τρόλοκ, πριν ουρλιάξει δυνατά.
Από μακριά ακούστηκε η κραυγή ενός κοπαδιού λύκων, και στο λάκκωμα τα άλογα ανεβοκατέβασαν τα πόδια και χρεμέτισαν φοβισμένα. Μερικοί στρατιώτες άγγιξαν τις λόγχες τους με τις μακριές λεπίδες και κοίταξαν ανήσυχα το χείλος του λακκώματος. Μέσα στο κεφάλι του Πέριν, ήταν πολύ χειρότερα. Ένιωθε την οργή των λύκων, το μίσος. Μόνο δύο πράγματα μισούσαν οι λύκοι. Όλα τα άλλα τα υπόμεναν, μα μισούσαν τη φωτιά και τους Τρόλοκ, και θα περνούσαν μέσα από τη φωτιά για να σκοτώσουν Τρόλοκ.
Ακόμα πιο έντονα από τους Τρόλοκ, η οσμή του Φάιν τους είχε κάνει να λυσσάζουν, σαν να μύριζαν κάτι που έκανε τους Τρόλοκ να φαίνονται, συγκριτικά, σαν κάτι φυσικό και σωστό.
Πού;
Ο ουρανός στριφογύρισε στο κεφάλι του· η γη στροβιλίστηκε. Οι λύκοι δεν ήξεραν από ανατολή και δύση. Ήξεραν τις κινήσεις του ήλιου και του φεγγαριού, την αλλαγή των εποχών, τη μορφή της γης. Ο Πέριν το ξεδιάλυνε. Προς το νότο. Και κάτι παραπάνω. Αδημονούσαν να σκοτώσουν τους Τρόλοκ. Οι λύκοι θα άφηναν τον Νεαρό Ταύρο να πάρει μέρος στο σκοτωμό. Θα μπορούσε να φέρει μαζί του τους δίποδους με το σκληρό δέρμα, αν ήθελε, αλλά ο Νεαρός Ταύρος και ο Καπνός και η Δύο Ελάφια και η Χειμωνιάτικη Αυγή και το υπόλοιπο κοπάδι θα κυνηγούσαν τους Στρεβλωμένους, που είχαν τολμήσει να έρθουν στην περιοχή τους. Το πικρό αίμα και η σάρκα που δεν τρωγόταν θα έκαιγαν τη γλώσσα, μα έπρεπε να σκοτωθούν. Σκότωσέ τους. Σκότωσε τους Στρεβλωμένους.
Η μανία τους παρέσυρε τον Πέριν. Τα χείλη του γυμνώθηκαν σε ένα άηχο γρυλλητό, και έκανε ένα βήμα μπρος, για να πάει μαζί τους, να τρέξει κυνηγώντας, σκοτώνοντας.
Καταβάλλοντος μεγάλη προσπάθεια, διέκοψε την επαφή, με εξαίρεση την αμυδρή αίσθηση ότι οι λύκοι ήταν εκεί πέρα. Μπορούσε να δείξει σε ποιο σημείο ήταν, παρά την απόσταση που τους χώριζε. Ένιωσε μέσα του παγωνιά. Είμαι άνθρωπος, όχι λύκος. Φως μου, βοήθησε με. Είμαι άνθρωπος!
«Είσαι καλά, Πέριν;» είπε ο Ματ, πλησιάζοντάς τον. Μίλησε με επιπόλαιο τόνο, όπως συνήθιζε —και με κρυμμένη πίκρα, τον τελευταίο καιρό— αλλά φαινόταν ανήσυχος. «Αυτό μου έλειπε. Ο Ραντ το ’σκασε, και εσύ πήγες κι αρρώστησες. Πού να βρω Σοφία να σε κοιτάξει εδώ πέρα. Νομίζω ότι έχω λίγο φλοιό ιτιάς στα σακίδιά μου. Μπορώ να σου κάνω τσάι από το φλοιό, αν ο Ίνγκταρ μας αφήσει να μείνουμε τόση ώρα. Άμα βγει πολύ δυνατό, καλά να πάθεις».
«Είμαι... είμαι καλά, Ματ». Άφησε τον φίλο του και πήγε να βρει τον Ίνγκταρ. Ο Σιναρανός άρχοντας εξέταζε το έδαφος κοντά στο χείλος μαζί με τον Ούνο και τον Ράγκαν και τον Μασέμα. Οι άλλοι τον κοίταξαν σμίγοντας τα φρύδια, όταν πήρε τον Ίνγκταρ κατά μέρος. Πρόσεξε να είναι μακριά από τον Ούνο και τους άλλους, έτσι ώστε να μην ακούσουν αυτά που θα έλεγε. «Δεν ξέρω πού πήγαν ο Ραντ και οι άλλοι, Ίνγκταρ, αλλά ο Πάνταν Φάιν και οι Τρόλοκ —και οι υπόλοιποι Σκοτεινόφιλοι, φαντάζομαι— πάνε ακόμα προς το νότο».