«Πού το ξέρεις;» είπε ο Ίνγκταρ.
Ο Πέριν ανάσανε βαθιά. «Μου το είπαν οι λύκοι». Στάθηκε περιμένοντας, δεν ήξερε τι. Γέλιο, περιφρόνηση, την κατηγορία ότι ήταν Σκοτεινόφιλος, ότι ήταν τρελός. Έχωσε εσκεμμένα τους αντίχειρες στη ζώνη, μακριά από το τσεκούρι. Λεν θα σκοτώσω. Όχι. Αν θελήσει να με σκοτώσει, παίρνοντάς με για Σκοτεινόφιλο, θα το βάλω στα πόδια, αλλά δεν θα σκοτώσω άλλον.
«Έχω ακούσει για τέτοια πράγματα», είπε αργά ο Ίνγκταρ, μετά από μια στιγμή. «Ψιθύρους. Ήταν ένας Πρόμαχος, ένας άνδρας που λεγόταν Ιλάυας Ματσίρα, που, όπως έλεγαν μερικοί, μπορούσε να μιλά με τους λύκους. Εξαφανίστηκε πριν χρόνια». Φάνηκε να αντιλαμβάνεται κάτι στο βλέμμα του Πέριν. «Τον ξέρεις;»
«Τον ξέρω», είπε ανέκφραστα ο Πέριν. «Αυτός είναι... δεν θέλω να μιλήσω γι’ αυτό. Δεν το ζήτησα». Αυτό είπε και ο Ραντ. Φως μου, μακάρι να ήμουν σπίτι και να δουλεύω στο σιδεράδικο του Αφέντη Λούχαν.
«Αυτοί οι λύκοι», είπε ο Ίνγκταρ, «θα ακολουθήσουν τους Σκοτεινόφιλους και τους Τρόλοκ και θα μας λένε πού είναι;» Ο Πέριν ένευσε. «Ωραία. Θα βρω το Κέρας, με κάθε μέσο». Ο Σιναρανός κοίταξε τον Ούνο και τους άλλους, οι οποίοι ακόμα έψαχναν για ίχνη. «Καλύτερα να μην το πεις σε κανέναν άλλο, όμως. Στις Μεθόριες οι λύκοι θεωρούνται καλό σημάδι. Οι Τρόλοκ τους φοβούνται. Αλλά, πάντως, καλύτερα αυτό να μείνει μεταξύ μας, προς το παρόν. Μπορεί μερικοί να μην καταλάβουν».
«Ούτε κι εγώ θα ήθελα να το μάθει άλλος ποτέ», είπε ο Πέριν.
«Θα τους πω ότι νομίζεις πως έχεις το ταλέντο του Χούριν. Είναι κάτι που ξέρουν· δεν τους ταράζει. Μερικοί σε είδαν να ζαρώνεις τη μύτη στο χωριό, και στο πέραμα. Άκουσα αστεία για τη λεπτεπίλεπτη μύτη σου. Ναι. Βρες τη διαδρομή τους, ο Ούνο θα βρει αρκετά ίχνη τους και θα επιβεβαιώσει ότι είναι η σωστή διαδρομή και, μέχρι να πέσει η νύχτα, όλοι θα νομίζουν ότι είσαι μυριστής. Θα βρω το Κέρας». Κοίταξε τον ουρανό, και ύψωσε τη φωνή. «Μη σπαταλάμε το φως! Στα άλογα!»
Προς έκπληξη του Πέριν, οι Σιναρανοί φάνηκαν να δέχονται την ιστορία που είπε ο Ίνγκταρ. Μερικοί φάνηκαν να δυσπιστούν —ο Μασέμα έφτασε στο σημείο να φτύσει — αλλά ο Ούνο ένευσε σκεπτικά, και για τους περισσότερους αυτό ήταν αρκετό. Ο πιο δύσκολος να πειστεί ήταν ο Ματ.
«Μυριστής; Εσύ; Θα βρεις τους εγκληματίες από τη μυρωδιά τους; Πέριν, σου ’στριψε και σένα σαν τον Ραντ. Είμαι ο μόνος λογικός που απέμεινε από το Πεδίο του Έμοντ, τώρα που η Εγκουέν και η Νυνάβε τραβάνε στην Ταρ Βάλον να γίνουν—» Σταμάτησε μόνος του, ρίχνοντας μια ανήσυχη ματιά στους Σιναρανούς.
Ο Πέριν πήρε τη θέση του Χούριν πλάι στον Ίνγκταρ, καθώς η μικρή φάλαγγα προχωρούσε προς το νότο. Ο Ματ συνέχισε να κάνει υποτιμητικά σχόλια δίχως σταματημό, ώσπου ο Ούνο βρήκε τα πρώτα αχνάρια που έδειχναν Τρόλοκ και καβαλάρηδες, αλλά ο Πέριν δεν έδινε σημασία. Μόλις που κατάφερνε να εμποδίσει τους λύκους να χιμήξουν μπροστά και να σκοτώσουν τους Τρόλοκ. Το μόνο που ένοιαζε τους λύκους ήταν να σκοτώσουν τους Στρεβλωμένους· γι’ αυτούς, οι Σκοτεινόφιλοι δεν ήταν αλλιώτικοι από τους άλλους δίποδους. Ο Πέριν έβλεπε σχεδόν στο νου του τους Σκοτεινόφιλους να σκορπίζουν προς κάθε κατεύθυνση, μαζί με το Κέρας του Βαλίρ, ενώ οι λύκοι ξέσχιζαν τους Τρόλοκ. Να τρέχουν και να σκορπίζουν, μαζί με το εγχειρίδιο. Και του φαινόταν πως, όταν οι Τρόλοκ θα είχαν σκοτωθεί, δύσκολα θα κινούσε το ενδιαφέρον των λύκων για να εντοπίσουν τους ανθρώπους, ακόμα κι αν ήξερε ποιους έπρεπε να βρουν. Καυγάδιζε συνεχώς μαζί τους, και ο ιδρώτας είχε αρχίσει να λούζει το μέτωπό του πολύ πριν δει τις πρώτες αποσπασματικές εικόνες, που έκαναν το στομάχι του να ανακατωθεί.
Τράβηξε τα χαλινάρια, σταματώντας απότομα το άλογό του. Κι οι άλλοι έκαναν το ίδιο, κοιτάζοντάς τον, περιμένοντας. Αυτός κοίταζε ευθεία μπροστά, κι έβρισε χαμηλόφωνα, πικρά.
Οι λύκοι σκότωναν ανθρώπους, μα οι άνθρωποι δεν ήταν η αγαπημένη τους λεία. Κατ’ αρχάς, οι λύκοι θυμόντουσαν που παλιά κυνηγούσαν μαζί, κι έπειτα, οι δίποδοι είχαν άσχημη γεύση. Δεν μπορούσε να πιστέψει πόσο ιδιότροποι ήταν οι λύκοι με το φαγητό τους. Δεν έτρωγαν όρνια, εκτός αν πέθαιναν της πείνας, και ελάχιστοι σκότωναν περισσότερο απ’ όσο μπορούσαν να φάνε. Αυτό που ο Πέριν ένιωθε στους λύκους θα μπορούσε να περιγραφεί καλύτερα ως αηδία. Και υπήρχαν οι εικόνες. Τις έβλεπε πολύ πιο καθαρά απ’ όσο θα ήθελε. Πτώματα, άνδρες και γυναίκες και παιδιά, μαζεμένα όπως-όπως σε σωρό. Γη λουσμένη αίμα, σκαμμένη από οπλές και ξέφρενες προσπάθειες δραπέτευσης. Σχισμένες σάρκες. Κομμένα κεφάλια. Όρνια που ανεβοκατέβαζαν τα φτερά τους, άσπρα φτερά βαμμένα κόκκινα· ματωμένα κεφάλια δίχως πούπουλα, που ξεκολλούσαν και κατάπιναν. Έκοψε την επαφή πριν κάνει εμετό.