Выбрать главу

Πάνω από κάποια δέντρα μακριά στο βάθος, μόλις που διέκρινε μαύρα σημαδάκια που πετούσαν χαμηλά, έκαναν βουτιά και ύστερα ξανανέβαιναν. Όρνια, που πάλευαν πάνω από το φαγητό τους.

«Υπάρχει κάτι άσχημο εκεί». Κατάπιε, κοιτάζοντας κατάματα τον Ίνγκταρ. Πώς μπορούσε να τους πει, χωρίς να προδώσει το παραμύθι ότι ήταν μυριστής; Δεν θέλω να πλησιάσω τόσο που να το δω, Αλλά θα θελήσουν να το ερευνήσουν, όταν δουν τα όρνια. Πρέπει να τους πω αρκετά για να κάνουν κύκλο. «Οι άνθρωποι από το χωριό... νομίζω ότι οι Τρόλοκ τους σκότωσαν».

Ο Ούνο άρχισε να βλαστημά χαμηλόφωνα και μερικοί ακόμα Σιναρανοί άρχισαν να μουρμουρίζουν μόνοι τους. Κανείς τους όμως δεν φάνηκε να Θεωρεί τη δήλωσή του αλλόκοτη. Ο Άρχοντας Ίνγκταρ είχε πει ότι ο Πέριν ήταν μυριστής, και οι μυριστές μύριζαν το Θάνατο.

«Και κάποιος μας ακολουθεί», είπε ο Ίνγκταρ.

Ο Ματ γύρισε με προσμονή το άλογό του. «Μπορεί να είναι ο Ραντ. Το ήξερα ότι δεν Θα με παρατήσει».

Αραιά, διάσπαρτα σύννεφα σκόνης φαίνονταν να υψώνονται προς το βορρά· ένα άλογο κάλπαζε σε σημεία του εδάφους που το γρασίδι ήταν λίγο. Οι Σιναρανοί απλώθηκαν, με τις λόγχες έτοιμες, παρακολουθώντας προς όλες τις κατευθύνσεις. Δεν ήταν μέρος για να δέχεται κανείς αψήφισια τον ξένο.

Ένα σημαδάκι εμφανίστηκε —ένα άλογο με αναβάτη· μια γυναίκα, όπως είδε ο Πέριν, πολύ πριν τη διακρίνουν οι άλλοι— και πλησίασε γοργά. Έκοψε ταχύτητα, συνέχισε τροχάζοντας, κάνοντας αέρα στο πρόσωπο με το ένα χέρι. Ήταν μια παχουλή γυναίκα με μαλλιά που είχαν αρχίσει να γκριζάρουν, με το μανδύα δεμένο πίσω από τη σέλα της, που ανοιγόκλεισε τα μάτια και τους έριξε μια αφηρημένη ματιά.

«Είναι μια Άες Σεντάι», είπε απογοητευμένος ο Ματ. «Την αναγνωρίζω. Η Βέριν.

«Η Βέριν Σεντάι», είπε αυστηρά ο Ίνγκταρ, και υποκλίθηκε από τη σέλα του.

«Με έστειλε η Μουαραίν Σεντάι, Άρχοντα Ίνγκταρ», ανακοίνωσε η Βέριν με χαμόγελο ικανοποίησης. «Σκέφτηκε πως ίσως με χρειαστείς. Τι τρεχάλα που έκανα! Έλεγα ότι δεν θα σας προφτάσω πριν την Καιρχίν. Το είδατε εκείνο το χωριό, φυσικά; Α, ήταν απαίσιο, ε; Και κείνος ο Μυρντράαλ. Σ’ όλες τις στέγες υπήρχαν κοράκια, μα ούτε ένα δεν τον πλησίαζε, μόλο που ήταν νεκρός. Αλλά έπρεπε να παραμερίσω τόσες μύγες, ούτε ο Σκοτεινός δεν έχει τόσες, για να δω τι ήταν. Κρίμα που δεν προλάβαινα να τον κατεβάσω. Ποτέ δεν είχα την ευκαιρία να εξετάσω έναν—» Ξαφνικά τα μάτια της στένεψαν, και το αφηρημένο ύφος χάθηκε σαν καπνός. «Πού είναι ο Ραντ αλ’Θορ;»

Ο Ίνγκταρ έκανε μια γκριμάτσα. «Χάθηκε, Βέριν Σεντάι. Εξαφανίστηκε χθες το βράδυ χωρίς ίχνος. Ο Ραντ, ο Ογκιρανός, και ο Χούριν, ένας από τους άνδρες μου».

«Ο Ογκιρανός, Άρχοντα Ίνγκταρ; Και ο μυριστής πήγε μαζί του; Τι κοινό έχουν αυτοί οι δυο με...;» Ο Ίνγκταρ την κοίταξε με το στόμα ανοιχτό, κι αυτή ξεφύσηξε. «Νόμιζες ότι κάτι τέτοιο θα το κρατούσες μυστικό;» Ξεφύσηξε ξανά. «Μυριστές. Εξαφανίστηκαν, είπες;»

«Ναι, Βέριν Σεντάι». Ο Ίνγκταρ φαινόταν θορυβημένος. Δεν ήταν ευχάριστο να ανακαλύπτεις ότι οι Άες Σεντάι ήξεραν αυτό που προσπαθούσες να τους κρατήσεις μυστικό· ο Πέριν ευχήθηκε να μην είχε πει τίποτα η Μουαραίν για την περίπτωσή του. «Αλλά έχω — έχω έναν καινούργιο μυριστή». Ο Σιναρανός άρχοντας έδειξε τον Πέριν. «Κι αυτός ο νεαρός μοιάζει να έχει την ικανότητα. Μην φοβάσαι, θα βρω το Κέρας, όπως ορκίστηκα. Η συντροφιά σου είναι ευπρόσδεκτη, Άες Σεντάι, αν θέλεις να έρθεις μαζί μας». Προς έκπληξη του Πέριν, δεν φαινόταν να το εννοεί.

Η Βέριν κοίταξε τον Πέριν, κι αυτός σάλεψε αμήχανα. «Καινούργιος μυριστής, πάνω που έχασες τον παλιό. Πόσο... ευοίωνο. Δεν βρήκατε αποτυπώματα; Όχι, φυσικά όχι. Χωρίς ίχνος, είπες. Παράδοξο. Χθες βράδυ». Ανακάθισε στη σέλα της, κοίταξε προς το βορρά, και ο Πέριν σκέφτηκε πως έμοιαζε έτοιμη να γυρίσει πίσω απ’ όπου ήρθε.

Ο Ίνγκταρ την κοίταξε κατσουφιασμένος. «Νομίζεις ότι η εξαφάνισή τους έχει σχέση με το Κέρας του Βαλίρ, Άες Σεντάι;»

Η Βέριν έγειρε πίσω. «Το Κέρας; Όχι. Όχι... δεν νομίζω. Αλλά είναι παράξενο. Πολύ παράξενο. Δεν μ’ αρέσουν τα παράξενα πράγματα που δεν καταλαβαίνω».

«Μπορώ να βάλω δυο άνδρες να σε συνοδεύσουν στο μέρος που εξαφανίστηκαν, Βέριν Σεντάι. Δεν θα δυσκολευτούν να σε πάνε κατευθείαν εκεί».

«Όχι. Αφού λες ότι χάθηκαν χωρίς ίχνος...» Για μια ατέλειωτη στιγμή περιεργάστηκε τον Ίνγκταρ, ανέκφραστη. «Θα έρθω μαζί σας. Ίσως να τους ξαναβρούμε, ή να μας ξαναβρούν. Μίλα μου καθώς προχωράμε, Άρχοντα Ίνγκταρ. Πες μου τα πάντα γι’ αυτόν τον νεαρό. Ό,τι είπε, ό,τι έκανε».

Ξεκίνησαν με κρότους και κλαγγές από χάμουρα και αρματωσιές, και η Βέριν προχωρούσε δίπλα στον Ίνγκταρ, κάνοντάς του συνεχείς ερωτήσεις, αλλά τόσο χαμηλόφωνα που δεν ακουγόταν. Έριξε ένα βλέμμα στον Πέριν, ο οποίος προσπάθησε να ξαναμπεί στην παλιά του Θέση, κι αυτός έμεινε πίσω.