Выбрать главу

Μετά από αρκετές ώρες δρόμο, ο Λόιαλ κατέβηκε ξαφνικά από το άλογό του χωρίς να πει λέξη και πλησίασε σε μια συστάδα από γιγαντόσκουπες, που οι κορμοί τους χώριζαν σε πολλά χοντρά κλαριά, άκαμπτα και ίσια, μια απλωσιά πάνω από το έδαφος. Κι αυτά στην κορυφή χώριζαν πάλι, καταλήγοντας σε πυκνό φύλλωμα, δίνοντας στα δέντρα το όνομά τους.

Ο Ραντ τράβηξε τα γκέμια του Κοκκινοτρίχη και ήταν έτοιμος να ρωτήσει τον Λόιαλ τι έκανε· αλλά ο τρόπος του Ογκιρανού ήταν τέτοιος, σαν να μην σίγουρος ούτε κι αυτός, που έκανε τον Ραντ να μην ανοίξει το στόμα του. Ο Λόιαλ κοίταξε για λίγο το δέντρο, έβαλε τα χέρια σ’ έναν κορμό και άρχισε να τραγουδά μ’ ένα βαθύ και χαμηλόφωνο μπουμπουνητό.

Ο Ραντ είχε ξανακούσει Ογκιρανό δενδροτράγουδο, κάποτε που ο Λόιαλ είχε τραγουδήσει σ’ ένα δέντρο που πέθαινε και το είχε ξαναζωντανέψει, και είχε ακούσει για το τραγουδισμένο ξύλο, τα αντικείμενα που έφτιαχναν από τα δέντρα με το δενδροτράγουδο. Ο Λόιαλ είχε πει ότι αυτό το Ταλέντο σπάνιζε πια, και τώρα ήταν ένας από τους λίγους που είχαν την ικανότητα· αυτό έκανε το τραγουδισμένο ξύλο ακόμα πιο πολύτιμο και περιζήτητο. Την άλλη φορά που είχε ακούσει τον Λόιαλ να τραγουδά, ήταν σαν να τραγουδούσε η ίδια η γη, αλλά τώρα ο Ογκιρανός έλεγε το τραγούδι μουρμουριστά, σχεδόν με ευλάβεια, και η γη αντηχούσε με ψίθυρο.

Έμοιαζε να είναι ολοκάθαρο τραγούδι, μουσική δίχως λόγια, τουλάχιστον δίχως λόγια τα οποία να αντιλαμβάνεται ο Ραντ· αν υπήρχαν λόγια, χάνονταν στη μουσική σαν νερό που χύνεται στο ποτάμι. Ο Χούριν άφησε μια κοφτή κραυγή και στάθηκε κοιτάζοντας.

Ο Ραντ δεν ήξερε τι έκανε ο Λόιαλ· αν και το τραγούδι ήταν λεπτεπίλεπτο, τον αιχμαλώτιζε υπνωτικά, γεμίζοντας το μυαλό του με τον τρόπο του κενού σχεδόν. Ο Λόιαλ ανεβοκατέβαζε τα χέρια στον κορμό, τραγουδώντας, χαϊδεύοντας και με τη φωνή και με τα δάχτυλα. Ο κορμός τώρα, κατά κάποιον τρόπο, έμοιαζε πιο λείος, λες και το χαίδεμα του έδινε μορφή. Ο Ραντ ανοιγόκλεισε τα μάτια. Ήταν σίγουρος πως ο κορμός, στον οποίο δούλευε ο Λόιαλ, πρωτύτερα είχε κλαριά στην κορυφή του όπως και οι άλλοι, όμως τώρα κατέληγε σε μια στρογγυλεμένη άκρη λίγο πιο πάνω από το κεφάλι του Ογκιρανού. Ο Ραντ άνοιξε το στόμα, αλλά το τραγούδι τον καθησύχασε. Του φαινόταν τόσο γνώριμο αυτό το τραγούδι, σαν από κάπου να ήξερε.

Ξαφνικά η φωνή του Λόιαλ έφτασε στο αποκορύφωμα —ακουγόταν σχεδόν σαν ευχαριστήριος ύμνος— και τελείωσε, σβήνοντας όπως σβήνει μια αύρα.

«Κάψε με», είπε χαμηλόφωνα ο Χούριν. Έμοιαζε αποσβολωμένος. «Κάψε με, πρώτη φορά ακούω κάτι σαν... Κάψε με».

Ο Λόιαλ κρατούσε στα χέρια ένα ραβδί ψηλό όσο ο ίδιος και χοντρό όσο ο πήχυς του Ραντ, λείο και γυαλισμένο. Στο σημείο που πριν ήταν ο κορμός πάνω στη γιγαντόσκουπα, τώρα υπήρχε η άκρη ενός μικρού, καινούργιου βλασταριού.

Ο Ραντ πήρε μια βαθιά ανάσα. Πάντα κάτι καινούργιο, πάντα κάτι που δεν περίμενα, και μερικές φορές δεν είναι φρικιό.

Είδε τον Λόιαλ να ανεβαίνει στο άλογο και να ακουμπά το ραβδί στη σέλα μπροστά του, και αναρωτήθηκε τι χρειαζόταν ο Ογκιρανός το ραβδί, αφού πήγαιναν καβάλα. Έπειτα είδε το χοντρό ραβδί, όχι το μέγεθός του καθ’ αυτό, αλλά σε σχέση με τον Ογκιρανό, είδε πώς το κρατούσε ο Λόιαλ. «Ράβδος για ραβδομαχία», είπε, ξαφνιασμένος. «Δεν ήξερα ότι οι Ογκιρανοί φέρουν όπλα, Λόιαλ».

«Συνήθως όχι», απάντησε ο Ογκιρανός σχεδόν απότομα. «Συνήθως. Το κόστος ήταν υψηλό». Ζύγιασε την πελώρια ράβδο και ζάρωσε τη μύτη με απέχθεια. «Ο Πρεσβύτερος Χάμαν σίγουρα θα έλεγε ότι βάζω μακριά λαβή στον πέλεκύ μου, αλλά δεν είμαι ούτε βιαστικός, ούτε απερίσκεπτος, Ραντ. Αυτό το μέρος...» Ανατρίχιασε, και τα αυτιά του σάλεψαν.

«Σύντομα θα βρούμε τρόπο να γυρίσουμε», είπε ο Ραντ, προσπαθώντας να δείξει σιγουριά.

Ο Λόιαλ μίλησε σαν να μην τον είχε ακούσει. «Τα πάντα είναι... συνδεμένα, Ραντ. Είτε κάτι ζει είτε όχι, είτε σκέφτεσαι είτε όχι, όσα υπάρχουν ταιριάζουν μεταξύ τους. Το δέντρο δεν σκέφτεται, αλλά είναι τμήμα του συνόλου, και το σύνολο έχει μια — μια αίσθηση. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, όπως δεν μπορώ να εξηγήσω τι σημαίνει να είσαι ευτυχισμένος, αλλά... Ραντ, αυτή η γη χάρηκε που φτιάχτηκε όπλο. Χάρηκε!»

«Το Φως να λάμπει πάνω μας», μουρμούρισε νευρικά ο Χούριν, «και το χέρι του Δημιουργού να μας προστατεύει. Αν και πάμε στο τελευταίο αγκάλιασμα της μητέρας, το Φως να φωτίζει το δρόμο μας». Συνέχισε να επαναλαμβάνει το ρητό, σαν να ήταν φυλακτό που θα τον προστάτευε.

Ο Ραντ πάλεψε με τον πειρασμό να κοιτάξει γύρω του. Λεν σήκωσε καθόλου το βλέμμα. Εκείνη τη στιγμή, θα αρκούσε μια συννεφένια ρίγα στον ουρανό για να τους κόψει τα γόνατα. «Λεν υπάρχει τίποτα εδώ που να μας βλάψει», είπε σταθερά. «Και θα φυλάμε σκοπιά και θα προσέξουμε να μην συμβεί τίποτα».