Выбрать главу

Θέλησε να γελάσει με τον εαυτό του, που μιλούσε με τόση σιγουριά. Δεν ήταν σίγουρος για τίποτα. Βλέποντας όμως τους άλλους —τον Λόιαλ, με τα φουντωτά αυτιά πεσμένα, τον Χούριν, που προσπαθούσε να μην κοιτάζει τίποτα— καταλάβαινε ότι τουλάχιστον ο ένας από τους τρεις έπρεπε να δείχνει σιγουριά, αλλιώς ο φόβος και η αβεβαιότητα θα τους τσάκιζαν. Ο Τροχός υφαίνει όπως ο Τροχός το θέλει. Έδιωξε αυτή τη σκέψη. Καμία σχέση με τον Τροχό. Καμία σχέση με Τα’βίρεν, ή με Άες Σεντάι, ή με τον Δράκοντα. Είναι απλώς αυτό που είναι, τίποτα παραπάνω.

«Λόιαλ, τελείωσες από δω;» Ο Ογκιρανός ένευσε, τρίβοντας λυπημένα τη ράβδο. Ο Ραντ στράφηκε στον Χούριν. «Νιώθεις ακόμα τα ίχνη;»

«Ναι, Άρχοντα Ραντ. Τα νιώθω».

«Τότε ας συνεχίσουμε. Όταν βρούμε τον Φάιν και τους Σκοτεινόφιλους, ε, θα γυρίσουμε στα σπίτια μας ήρωες, με το εγχειρίδιο για τον Ματ και το Κέρας του Βαλίρ. Οδήγησέ μας, Χούριν»». Ήρωες; Θα μου έφτανε να βγούμε από δω ζωντανοί.

«Δεν μου αρέσει αυτό το μέρος», είπε άτονα ο Ογκιρανός. Κρατούσε τη ράβδο σαν να περίμενε ότι σύντομα θα τη χρησιμοποιούσε.

«Πάλι καλά που δεν σκοπεύουμε να μείνουμε, δηλαδή, ε;» Ο Χούριν γέλασε ξερά, σαν να είχε αστειευτεί, αλλά ο Λόιαλ τον κοίταξε ανέκφραστα.

«Πάλι καλά, Ραντ».

Αλλά, καθώς προχωρούσαν προς το νότο, είδε ότι ο δήθεν ανέμελος τρόπος του, με τον οποίο αντιμετώπιζε το ενδεχόμενο της επιστροφής στα σπίτια τους, τους είχε ζωντανέψει λιγάκι. Ο Χούριν καθόταν πιο στητός στη σέλα του, και τα αυτιά του Λόιαλ δεν φαίνονταν τόσο μαραμένα. Δεν ήταν ούτε ο τόπος ούτε η ώρα για να τους πει ότι συμμεριζόταν το φόβο τους, κι έτσι τον κράτησε μέσα του και τον πολέμησε μόνος του.

Ο Χούριν όμως ήταν ευδιάθετος όλο το πρωί, μουρμούριζε, «Πάλι καλά, που δεν σκοπεύουμε να μείνουμε» και μετά χασκογελούσε, σε σημείο που ο Ραντ σκέφτηκε να του πει να κάνει ησυχία. Προς το μεσημέρι, όμως, ο μυριστής είχε βουβαθεί ξανά, κουνούσε το κεφάλι κι έσμιγε τα φρύδια, και ο Ραντ ευχήθηκε να γελούσε ο άλλος ακόμα, επαναλαμβάνοντας τα λόγια του.

«Υπάρχει πρόβλημα με τα ίχνη, Χούριν;» ρώτησε.

Ο μυριστής σήκωσε τους ώμους, δείχνοντας ανήσυχος. «Ναι, Άρχοντα Ραντ, και όχι, όπως θα ’λεγες».

«Ή το ένα ή το άλλο θα ’ναι. Έχασες τη διαδρομή τους; Δεν είναι ντροπή. Είπες ότι τα ίχνη ήταν αχνά. Αν δεν μπορέσουμε να βρούμε τους Σκοτεινόφιλους, θα βρούμε μια άλλη Λίθο και θα γυρίσουμε από κει». Φως μου, ό,τι άλλο εκτός απ’ αυτό. Ο Ραντ έμεινε με την ίδια ατάραχη έκφραση. «Αφού μπορούν να πηγαινοέρχονται εδώ οι Σκοτεινόφιλοι, μπορούμε κι εμείς».

«Α, δεν την έχασα, Άρχοντα Ραντ. Ακόμα πιάνω τη βρώμα τους. Απλώς... Είναι που...» Ο Χούριν έκανε μια γκριμάτσα και ξέσπασε, «Είναι σαν να το θυμάμαι, Άρχοντα Ραντ, αντί να το μυρίζω. Αλλά δεν το θυμάμαι. Υπάρχουν δεκάδες μονοπάτια, που το διασχίζουν συνεχώς, δεκάδες δεκάδων, και κάθε λογής οσμές βίας, μερικές φρέσκες σχεδόν, μόνο που είναι ξεπλυμένες όπως όλα εδώ. Σήμερα το πρωί, ακριβώς μετά που φύγαμε από το λάκκωμα, θα ορκιζόμουν ότι είχαν σφαχτεί εκατοντάδες εκεί που πατούσα, λίγα λεπτά πριν, αλλά δεν υπήρχαν πτώματα και ούτε κανένα σημάδι στο γρασίδι, εκτός από τα αχνάρια από τις οπλές. Αυτό δεν μπορεί να γίνει χωρίς να σκαφτεί το χώμα και να γεμίσει αίματα, αλλά δεν είχε ούτε σημαδάκι. Όλα είναι έτσι, Άρχοντά μου. Αλλά εγώ ακολουθώ τα ίχνη. Τα ακολουθώ. Αυτό το μέρος μου δίνει στα νεύρα. Αυτό είναι όλο. Μάλλον».

Ο Ραντ κοίταξε τον Λόιαλ —ο Ογκιρανός, μερικές φορές, διέθετε τις πιο παράξενες γνώσεις— αλλά κι εκείνος έμοιαζε μπερδεμένος σαν τον Χούριν. Ο Ραντ έκανε τη φωνή του να ακουστεί πιο σίγουρη απ’ όσο ένιωθε. «Ξέρω ότι βάζεις τα δυνατά σου, Χούριν. Όλοι είμαστε νευρικοί. Απλώς ακολούθησέ τα όσο καλύτερα μπορείς, και θα τους βρούμε».

«Ό,τι πεις, Άρχοντα Ραντ». Ο Χούριν σπιρούνισε το άλογά του. «Ό,τι πεις».

Αλλά, όταν σκοτείνιασε, ακόμα δεν είχαν βρει κανένα σημάδι των Σκοτεινόφιλων, και ο Χούριν είπε ότι τα ίχνη ήταν ακόμα πιο αχνά. Ο μυριστής μουρμούριζε στον εαυτό του ότι «θυμόταν».

Δεν υπήρχε σημάδι. Πραγματικά δεν υπήρχε κανένα σημάδι. Ο Ραντ δεν ήταν τόσο καλός ιχνηλάτης όσο ο Ούνο, αλλά στους Δύο Ποταμούς περίμεναν από τα αγόρια να ξέρουν αρκετά από ιχνηλασία για να βρίσκουν χαμένα πρόβατα ή λαγούς για φαγητό. Δεν είχε δει τίποτα. Ήταν σαν κανένα ζωντανό πλάσμα να μην είχε ταράξει ποτέ αυτή τη γη πριν έρθουν οι τρεις τους εδώ. Θα έπρεπε να υπάρχει κάτι, αν οι Σκοτεινόφιλοι ήταν μπροστά τους. Αλλά ο Χούριν ακολουθούσε τη διαδρομή που έλεγε ότι μύριζε.

Όταν ο ήλιος άγγιξε τον ορίζοντα, έστησαν το στρατόπεδο τους σε μια συστάδα δέντρων που δεν ήταν σε καμένο σημείο κι έφαγαν από τα σακίδιά τους. Ψωμί και ξεραμένο κρέας, με άγευστο νερό για να ξεπλύνουν το στόμα τους· δείπνο λιγοστό, σκληρό και άνοστο. Ο Ραντ υπολόγισε πως είχαν αρκετό για μια βδομάδα. Ύστερα... Ο Χούριν έφαγε αργά και μεθοδικά, αλλά ο Λόιαλ καταβρόχθισε το δικό του με μια γκριμάτσα και έγειρε πίσω με την πίπα του, ενώ είχε κοντά τη μεγάλη ράβδο. Ο Ραντ φρόντισε η φωτιά τους να είναι μικρή και καλά κρυμμένη στα δέντρα. Ο Φάιν και οι Σκοτεινόφιλοι του και οι Τρόλοκ του ίσως να ήταν κοντά και να έβλεπαν τη φωτιά τους, παρά την ανησυχία του Χούριν για τα αλλόκοτα ίχνη τους.