Του φαινόταν παράξενο που είχε αρχίσει να τους θεωρεί Σκοτεινόφιλους του Φάιν, Τρόλοκ του Φάιν, Ο Φάιν ήταν απλώς ένας τρελός. Γιατί τότε τον έσωσαν; Ο Φάιν ήταν μέρος του σχεδίου που είχε καταστρώσει ο Σκοτεινός για να τον βρει. Ίσως να είχε αυτό κάποια σχέση. Γιατί λοιπόν το σκάει αντί να με κυνηγήσει; Και τι σκότωσε εκείνον τον Ξέθωρο; Τι συνέβη στο δωμάτιο που ήταν γεμάτο μύγες; Κι εκείνα τα μάτια, που με παρακολουθούσαν στο Φαλ Ντάρα. Κι εκείνος ο άνεμος, που με άρπαζε σαν σκαθάρι πιασμένο σε ρετσίνι πεύκου. Όχι. Όχι. Ο Μπα’άλζαμον πρέπει να είναι νεκρός. Οι Άες Σεντάι δεν το πίστευαν. Η Μουαραίν δεν το πίστευε, ούτε η Άμερλιν. Πεισμωμένος, αρνήθηκε να το σκεφτεί άλλο πια. Το μόνο που έπρεπε να σκέφτεται ήταν να βρει το εγχειρίδιο για τον Ματ. Να βρει τον Φάιν, και το Κέρας.
Ποτέ δεν τελειώνει, αλ’Θορ.
Η φωνή ήταν σαν αδύνατο αεράκι, το οποίο ψιθύριζε βαθιά στο κεφάλι του, ένα αδύνατο, παγωμένο μουρμούρισμα, που ανέβαινε από τα μύχια του μυαλού του. Παραλίγο θα έψαχνε το κενό για να δραπετεύσει μέσα του, αλλά θυμήθηκε τι τον περίμενε εκεί και έπνιξε την επιθυμία.
Στη σκοτεινιά του σούρουπου, έκανε τις ασκήσεις ξιφομαχίας, με τον τρόπο που του είχε διδάξει ο Λαν, αν και χωρίς το κενό. Το Χώρισμα του Μεταξιού. Το Κολιμπρί Φιλά το Ρόδο. Τον Ερωδιό που Βαδίζει στις Καλαμιές, για ισορροπία. Ξεχάστηκε στις γοργές, σίγουρες κινήσεις, ξέχασε για λίγο πού ήταν και εξασκήθηκε ώσπου τον έλουσε ο ιδρώτας. Αλλά, όταν τελείωσε, όλα ξανάρθαν στο νου του· τίποτα δεν είχε αλλάξει. Ο καιρός δεν ήταν κρύος, αλλά ο Ραντ ένιωσε ρίγος και κουκουλώθηκε με το μανδύα καθώς έσκυβε στη φωτιά. Οι άλλοι κατάλαβαν τη διάθεσή του και απόφαγαν γρήγορα και σιωπηλά. Δεν παραπονέθηκαν όταν ο Ραντ κλώτσησε χώμα στις τελευταίες ασθενικές φλογίτσες για να τις σβήσει.
Ο Ραντ έκανε ο ίδιος την πρώτη βάρδια, περπατώντας στις άκρες της συστάδας με το τόξο του, μερικές φορές λασκάροντας το σπαθί στη θήκη. Το παγερό φεγγάρι, που κόντευε την πανσέληνο, στεκόταν ψηλά στη μαυρίλα, και η νύχτα ήταν εξίσου σιωπηλή με τη μέρα, εξίσου άδεια. Άδεια, ήταν η κατάλληλη λέξη. Η γη ήταν άδεια, σαν σκονισμένη καρδάρα. Δύσκολα πίστευες ότι υπήρχε κανείς σ’ ολόκληρο τον κόσμο, σ’ αυτόν τον κόσμο, εκτός από τους τρεις τους, δύσκολα πίστευες ακόμα και ότι οι Σκοτεινόφιλοι ήταν εκεί, κάπου μπροστά τους.
Για να έχει λίγη παρέα, ξεδίπλωσε το μανδύα του Θομ Μέριλιν, φανερώνοντας την άρπα και το φλάουτο στις σκληρές δερμάτινες Θήκες τους πάνω στα πολύχρωμα μπαλώματα του μανδύα. Έβγαλε το χρυσό και ασημένιο φλάουτο από το θήκη του, το χάιδεψε, ξαναφέρνοντας στο νου του τον βάρδο να του κάνει μάθημα, και έπαιξε μερικές νότες από το “Ο Άνεμος που Σείετ την Ιτιά”, χαμηλά για να μην ξυπνήσει τους άλλους. Ακόμα και χαμηλά, ο θλιμμένος ήχος ήταν υπερβολικά δυνατός σε κείνο το μέρος, υπερβολικά πραγματικός. Αναστέναξε, ξανάβαλε το φλάουτο στη θέση του και ξανάφτιαξε το δέμα.
Συνέχισε να φυλά σκοπιά ως βαθιά μέσα στη νύχτα, αφήνοντας τους άλλους να κοιμηθούν. Δεν ήξερε πόσο αργά ήταν, όταν ξαφνικά κατάλαβε πως είχε πέσει ομίχλη. Ήταν κοντά στο έδαφος, πυκνή, μεταμορφώνοντας τον Χούριν και τον Λόιαλ σε θολούς όγκους, οι οποίοι έμοιαζαν να ξεπηδούν από τα σύννεφα. Αραίωνε ψηλότερα, αλλά τύλιγε τη γη ολόγυρα σαν σάβανο, κρύβοντας τα πάντα εκτός από τα κοντινότερα δέντρα. Το φεγγάρι ήταν σαν να το έβλεπε μέσα από λεπτό μετάξι. Οτιδήποτε θα μπορούσε να τους πλησιάσει χωρίς να φανεί. Άγγιξε το σπαθί του.
«Τα σπαθιά δεν μου κάνουν τίποτα, Λουζ Θέριν. Έπρεπε να το ξέρεις».
Η ομίχλη στροβιλίστηκε γύρω από τα πόδια του Ραντ, καθώς αυτός στριφογυρνούσε και το σπαθί εμφανιζόταν στα χέρια του, με τη λεπίδα με το σήμα του ερωδιού όρθια μπροστά του. Το κενό αμέσως εμφανίστηκε μέσα του· ο Ραντ για πρώτη φορά δεν πρόσεχε το μολυσμένο φως του σαϊντίν.
Μια σκιερή μορφή πλησίασε στην ομίχλη, περπατώντας μ’ ένα ψηλό ραβδί. Πίσω, σαν η σκιά της σκιάς να ήταν αχανής, η ομίχλη σκοτείνιασε, ώσπου έγινε πιο μαύρη κι από τη νύχτα. Ο Ραντ ένιωσε ανατριχίλα. Η μορφή πλησίασε κι άλλο, ώσπου φάνηκε ότι ήταν η σιλουέτα ενός άνδρα που φορούσε μαύρα ρούχα και μαύρα γάντια, με μαύρη μεταξωτή μάσκα, που του κάλυπτε το πρόσωπο, και η σκιά ερχόταν μαζί του. Και το ραβδί του επίσης ήταν μαύρο, σαν το ξύλο να είχε γίνει κάρβουνο από φωτιά, αλλά ήταν λείο και άστραφτε, σαν νερό στο φεγγαρόφωτο. Για μια στιγμή, τα μάτια πίσω από τη μάσκα λαμπύρισαν, σαν να είχε πίσω της φωτιά και όχι μάτια, αλλά ο Ραντ δεν χρειαζόταν τίποτα τέτοιο για να καταλάβει ποιος ήταν.