Выбрать главу

«Μπα’άλζαμον», είπε χαμηλόφωνα. «Είναι όνειρο. Πρέπει να ονειρεύομαι. Αποκοιμήθηκα, και—»

Ο Μπα’άλζαμον γέλασε με το βρυχηθμό ενός ανοιχτού καμινιού. «Πάντα προσπαθείς να αρνηθείς αυτό που υπάρχει, Λουζ Θέριν. Αν απλώσω το χέρι, Θα σε αγγίξω, Σφαγέα. Μπορώ να σε αγγίξω όποτε Θέλω. Πάντα και παντού».

«Λεν είμαι ο Δράκοντας! Το όνομά μου είναι Ραντ αλ’–!» Ο Ραντ έσφιξε τα δόντια για να πάψει.

«Α, ξέρω το όνομα που έχεις τώρα, Λουζ Θέριν. Ξέρω όλα τα ονόματα που έπαιρνες από τη μια Εποχή στην άλλη, πολύ πριν γίνεις ο Σφαγέας». Η φωνή του Μπα’άλζαμον δυνάμωσε· μερικές φορές οι φωτιές των ματιών του τινάζονταν τόσο ψηλά, που ο Ραντ τις έβλεπε μέσα από τις σχισμές της μεταξωτής μάσκας, τις έβλεπε σαν ατέλειωτες θάλασσες από φλόγες. «Σε ξέρω, ξέρω το αίμα και τη γενιά σου ως πίσω στην πρώτη σπίθα της ζωής που υπήρξε ποτέ, ως την Πρώτη Στιγμή. Ποτέ δεν θα μπορέσεις να μου κρυφτείς. Ποτέ! Είμαστε δεμένοι μαζί, δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Οι συνηθισμένοι άνθρωποι μπορεί να κρύβονται στο γύρισμα του Σχήματος, αλλά οι τα’βίρεν ξεχωρίζουν, σαν φάρος σε λόφο, κι εσύ, εσύ ξεχωρίζεις, σαν να στέκονται δέκα χιλιάδες λαμπερά βέλη στον ουρανό και να σε δείχνουν! Είσαι δικός μου, σε κρατώ στο χέρι μου, αν θέλω!»

«Πατέρα του Ψεύδους!» κατόρθωσε να πει ο Ραντ. Παρά το κενό, η γλώσσα του ήταν κατάξερη. Φως μου, ας είναι όνειρο. Η σκέψη αναπήδησε στην αδειανωσύνη, έξω, Έστω κι από τα όνειρα, που δεν είναι όνειρα. Δεν μπορεί πραγματικά να στέκεται μπροστά μου. Ο Σκοτεινός είναι σφραγισμένος στο Σάγιολ Γκουλ, τον σφράγισε ο Δημιουργός τη στιγμή της Δημιουργίας... Ήξερε μεγάλο μέρος της αλήθειας, που δεν τον βοηθούσε. «Καλά σε ονόμασαν έτσι! Αν μπορούσες να με πάρεις, γιατί δεν το έκανες; Επειδή δεν μπορείς. Περπατώ στο Φως και δεν μπορείς να μ’ αγγίξεις!»

Ο Μπα’άλζαμον έγειρε στο ραβδί του και κοίταξε τον Ραντ για μια στιγμή, και μετά πήγε και στάθηκε πάνω από τον Λόιαλ και τον Χούριν, κοιτάζοντάς τους. Η αχανής σκιά κινήθηκε μαζί του. Ο Ραντ είδε ότι δεν άγγιζε την ομίχλη — προχωρούσε, το ραβδί πηγαινοερχόταν με τα βήματά του, αλλά η γκρίζα ομίχλη δεν σάλευε και δεν έσκαγε γύρω από τα πόδια του, όπως έκανε στα πόδια του Ραντ. Αυτό του έδωσε λίγο κουράγιο. Ίσως ο Μπα’άλζαμον στ’ αλήθεια δεν ήταν εκεί. Ίσως στ’ αλήθεια να ήταν όνειρο.

«Βρίσκεις παράξενους οπαδούς», είπε στοχαστικά ο Μπα’άλζαμον. «Πάντα έτσι έκανες. Αυτοί οι δύο. Η κοπέλα που προσπαθεί να σε φροντίσει. Κακή για φύλακας και αδύναμη, Σφαγέα. Αν είχε μια ζωή για να δυναμώσει, δεν θα γινόταν αρκετά δυνατή για να κρυφτείς πίσω της».

Κοπέλα; Ποια; Η Μουαραίν δεν είναι κοπέλα. «Λεν ξέρω τι λες, Πατέρα του Ψεύδους. Λες ψέματα, ξαναλές ψέματα, κι ακόμα κι όταν λες αλήθεια, την γυρνάς για να ’ναι ψέμα».

«Ψέματα, Λουζ Θέριν; Ξέρεις τι είσαι, ξέρεις ποιος είσαι. Σου το έχω πει. Το ίδιο είπαν κι εκείνες οι γυναίκες της Ταρ Βάλον». Ο Ραντ έκανε μια κίνηση, και ο Μπα’άλζαμον άφησε ένα γέλιο, σαν μικρή βροντή. «Νομίζουν ότι είναι ασφαλείς στον Λευκό Πύργο, αλλά μεταξύ των ακολούθων μου υπάρχουν ακόμα και μερικές από αυτές. Η Άες Σεντάι που ονομάζεται Μουαραίν σου είπε ποιος είσαι, σωστά; Σου είπε ψέματα; Ή μήπως με υπηρετεί; Ο Λευκός Πύργος σκοπεύει να σε χρησιμοποιήσει σαν κυνηγόσκυλο στο λουρί. Λέω ψέματα; Λέω ψέματα λέγοντας ότι αναζητάς το Κέρας του Βαλίρ;» Γέλασε ξανά· παρά τη γαλήνη του κενού, ο Ραντ λίγο έλειψε να σηκώσει τα χέρια για να κλείσει τα αυτιά του. «Μερικές φορές οι παλιοί εχθροί μάχονται τόσον καιρό, που γίνονται σύμμαχοι και δεν το καταλαβαίνουν. Νομίζουν ότι σε χτυπούν, αλλά είστε τόσο στενά δεμένοι, που είναι σαν να οδηγείς το χτύπημα εσύ ο ίδιος».

«Δεν με κυβερνάς εσύ», είπε ο Ραντ. «Σε αρνούμαι».

«Σ’ έχω δεμένο με χίλια νήματα, Σφαγέα, λεπτότερα από μετάξι και δυνατότερα από ατσάλι. Ο Χρόνος έδεσε χίλια σχοινιά ανάμεσά μας. Η μάχη που δίνουμε εμείς οι δύο — θυμάσαι κανένα μέρος της; Έχεις την παραμικρή ανάμνηση από τις μάχες που δώσαμε παλιά, μάχες αναρίθμητες, ως πίσω στην αρχή του Χρόνου; Ξέρω πολλά που δεν ξέρεις! Αυτή η μάχη σε λίγο θα τελειώσει. Η Τελευταία Μάχη έρχεται. Η τελευταία, Λουζ Θέριν. Στ’ αλήθεια, νομίζεις ότι μπορείς να την αποφύγεις; Κακόμοιρο, φοβισμένο σκουλήκι. Θα με υπηρετήσεις, ή θα πεθάνεις! Κι αυτή τη φορά ο κύκλος δεν θα αρχίσει από την αρχή με τον θάνατό σου. Ο τάφος ανήκει στον Μέγα Άρχοντα του Σκότους. Αυτή τη φορά, αν πεθάνεις, θα εξοντωθείς ολοκληρωτικά. Αυτή τη φορά ο Τροχός θα σπάσει ό,τι κι αν κάνεις, και ο κόσμος θα ξαναφτιαχτεί από καινούργιο καλούπι. Υπηρέτησέ με! Υπηρέτησε τον Σαϊ’τάν, αλλιώς θα εξοντωθείς δια παντός!»