Όταν ξεστόμισε εκείνο το όνομα, ο αέρας φάνηκε να πηχτώνει. Το σκοτάδι πίσω από τον Μπα’άλζαμον φούσκωσε κι απλώθηκε, απειλώντας να καταπιεί τα πάντα. Ο Ραντ το ένιωσε να τον κλείνει μέσα του, πιο κρύο από πάγο και πιο καυτό από κάρβουνα την ίδια στιγμή, πιο μαύρο από θάνατο, το ένιωσε να τον ρουφά στα βάθη του, αγκαλιάζοντας όλο τον κόσμο.
Έσφιξε το σπαθί του, τόσο δυνατά που πόνεσαν οι αρθρώσεις του. «Σε αρνούμαι, και αρνούμαι τη δύναμή σου. Περπατώ στο Φως. Το Φως μας φυλάει και βρίσκουμε καταφύγιο στην παλάμη του Δημιουργού». Ανοιγόκλεισε τα μάτια. Ο Μπα’άλζαμον ακόμα στεκόταν εκεί, και το πλατύ σκοτάδι ακόμα κρεμόταν πίσω του, αλλά τώρα όσα είχαν προηγηθεί έμοιαζαν να ήταν ψευδαίσθηση.
«Θέλεις να δεις το πρόσωπό μου;» Ήταν ένας ψίθυρος.
Ο Ραντ κατάπιε. «Όχι».
«Θα ’πρεπε». Το γαντοφορεμένο χέρι πλησίασε τη μαύρη μάσκα.
«Όχι!»
Η μάσκα βγήκε. Πίσω της ήταν ένα ανδρικό πρόσωπο, φρικιά καμένο. Αλλά ανάμεσα στις κόκκινες αυλακιές με τις μαυρισμένες άκρες που διέσχιζαν εκείνα τα χαρακτηριστικά, η επιδερμίδα έμοιαζε υγιής και απαλή. Μαύρα μάτια κοίταξαν τον Ραντ· άσπλαχνα χείλη χαμογέλασαν, αποκαλύπτοντας, φευγαλέα, λευκά δόντια. «Κοίταξέ με, Σφαγέα, και δες το ένα εκατοστό της δικής σου μοίρας». Για μια στιγμή, τα μάτια και το στόμα έγιναν πύλες, οι οποίες έβγαζαν σε πελώρια σπήλαια γεμάτα φωτιά. «Να τι μπορεί να κάνει η Δύναμη, όταν μένει ανεξέλεγκτη, ακόμα και σε μίνα. Αλλά εγώ μπορώ να γιατρευτώ, Λουζ Θέριν. Ξέρω τους δρόμους για ακόμα μεγαλύτερη δύναμη. Εσένα θα σε κάψει, σαν πεταλούδα που μπαίνει σε καμίνι».
«Όχι!» Ο Ραντ ένιωσε το κενό ολόγυρά του, ένιωσε το σαϊντίν. «Δεν θα την αγγίξω».
«Λεν μπορείς να σταματήσεις».
«ΑΦΗΣΕ ΜΕ!»
«Δύναμη». Η φωνή του Μπα’άλζαμον έγινε απαλή, υπαινικτική. «Μπορείς να ξαναποκτήσεις τη δύναμη, Λουζ Θέριν. Είσαι συνδεμένος μαζί της, αυτή τη στιγμή. Το ξέρω. Το βλέπω. Νιώσε την, Λουζ Θέριν. Νιώσε τη λάμψη μέσα σου. Νιώσε τη δύναμη που θα μπορούσε να γίνει δική σου. Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να απλώσεις προς αυτήν. Αλλά η Σκιά είναι εκεί, ανάμεσα σε σένα και σ’ αυτήν. Τρέλα, θάνατος. Δεν είναι ανάγκη να πεθάνεις, Λουζ Θέριν, ποτέ ξανά».
«Όχι», είπε ο Ραντ, αλλά η φωνή συνέχισε, τρυπώνοντας μέσα του.
«Μπορώ να σε διδάξω πώς να ελέγχεις τη δύναμη, για να μην σε καταστρέψει. Δεν ζει άλλος που να μπορεί να σου το διδάξει. Ο Μέγας Άρχων του Σκότους μπορεί να σε προστατεύσει από την τρέλα. Η δύναμη μπορεί να γίνει δική σου, μπορείς να ζήσεις για πάντα. Για πάντα! Το μόνο που έχεις να κάνεις σε αντάλλαγμα είναι να υπηρετήσεις. Μόνο να υπηρετήσεις. Απλά λόγια —είμαι δικός σου, Μέγα Άρχοντα— και η δύναμη θα γίνει δική σου. Δύναμη, πέρα από κάδε όνειρο εκείνων των γυναικών της Ταρ Βάλον, αιώνια ζωή, αρκεί μόνο να προσφερθείς και να υπηρετήσεις».
Ο Ραντ έγλειψε τα χείλη του. Χωρίς την τρέλα. Χωρίς το θάνατο. «Ποτέ! Περπατώ στο Φως», είπε βραχνά, «και δεν μπορείς να με αγγίξεις!»
«Λεν μπορώ να σε αγγίξω, Λουζ Θέριν; Λεν μπορώ; Μπορώ να σε κάψω ολόκληρο! Νιώσε το και κατάλαβε, όπως το κατάλαβα κι εγώ!»
Εκείνα τα μαύρα μάτια ξανάγιναν φωτιά, κι εκείνο το στόμα φλόγα που άνθισε και Θέριεψε, ώσπου φαινόταν λαμπρότερη από τον ήλιο τον καλοκαιρινό. Θέριεψε, και ξαφνικά το σπαθί του Ραντ έλαμψε, σαν να ’χε μόλις βγει από το καμίνι. Ο Ραντ φώναξε, καθώς η λαβή του έκαιγε τα χέρια, κραύγασε και έριξε το σπαθί. Και η ομίχλη έπιασε φωτιά, φωτιά που όρμηξε, φωτιά που έκαψε τα πάντα.
Ουρλιάζοντας, χτύπησε τα ρούχα του, καθώς έβγαζαν καπνό και καίγονταν και έπεφταν έχοντας γίνει στάχτη, τα χτύπησε με τα χέρια του που μαύρισαν και ζάρωσαν, καθώς η γυμνή σάρκα έσκαζε και ξεφλούδιζε μέσα στις φλόγες. Τσίριξε. Ο πόνος έδερνε το κενό μέσα του και ο Ραντ προσπάθησε να συρθεί πιο βαθιά στην αδειανωσύνη. Η λάμψη ήταν εκεί, το μολυσμένο φως λίγο πιο πέρα από κει που έφτανε το βλέμμα του. Μισότρελος, χωρίς να τον νοιάζει πια τι ήταν, άπλωσε για το σαϊντίν, προσπάθησε να το τυλίξει ολόγυρά του, προσπάθησε να κρυφτεί εκεί μέσα από το κάψιμο και τον πόνο.
Η φωτιά χάθηκε ξαφνικά όπως ήρθε. Ο Ραντ κοίταξε με απορία το χέρι του, που ξεπρόβαλλε από το κόκκινο μανίκι του πανωφοριού του. Το μάλλινο ύφασμα δεν ήταν καν καψαλισμένο. Τα φαντάστηκα όλα. Κοίταξε γύρω του με αγωνία. Ο Μπα’άλζαμον είχε εξαφανιστεί. Ο Χούριν σάλεψε στον ύπνο του· ο μυριστής και ο Λόιαλ ήταν ακόμα δυο όγκοι που ξεπρόβαλλαν από τη χαμηλή ομίχλη. Πραγματικά τα φαντάστηκα.