Выбрать главу

Πριν προλάβει να τον κατακλύσει η ανακούφιση, πόνος σούβλισε το δεξί του χέρι και ο Ραντ το γύρισε ανάποδα για να δει. Στην παλάμη ήταν το σημάδι του ερωδιού. Του ερωδιού από τη λαβή του σπαθιού του, με οργισμένο κόκκινο χρώμα, καλοφτιαγμένος, σαν να τον είχαν κάνει με δεξιοτεχνία ζωγράφου.

Έβγαλε με αδέξιες κινήσεις ένα μαντήλι από την τσέπη του πανωφοριού του και τύλιξε το χέρι του. Το χέρι τώρα παλλόταν με πόνο. Το κενό θα τον βοηθούσε —στο κενό, είχε επίγνωση του πόνου, αλλά δεν τον ένιωθε— αλλά έδιωξε τη σκέψη από το μυαλό του. Δυο φορές τώρα χωρίς να ξέρει —και μια φορά ξέροντας· δεν μπορούσε να το ξεχάσει— είχε προσπαθήσει να διαβιβάσει τη Μία Δύναμη, ενόσω ήταν στο κενό. Μ’ αυτό ήθελε να τον δελεάσει ο Μπα’άλζαμον. Η Μουαραίν και η Έδρα της Άμερλιν γι’ αυτό τον ήθελαν. Δεν θα το έκανε.

16

Στον Καθρέφτη του Σκοταδιού

«Δεν έπρεπε να το κάνεις, Άρχοντα Ραντ», είπε ο Χούριν, όταν ο Ραντ τους ξύπνησε με την αυγή. Ο ήλιος ήταν ακόμα κρυμμένος κάτω από τον ορίζοντα, αλλά υπήρχε φως για να βλέπουν. Η ομίχλη είχε χαθεί, σβήνοντας απρόθυμα, ενώ ακόμα είχε σκοτάδι. «Αν λιώσεις εσύ για να μην κουραστούμε εμείς, Άρχοντά μου, ποιος θα μας πάει στην πατρίδα;»

«Ήθελα να σκεφτώ», είπε ο Ραντ. Τίποτα δεν έδειχνε την παρουσία της ομίχλης, ή του Μπα’άλζαμον. Άγγιξε το μαντήλι που ήταν τυλιγμένο γύρω από το δεξί του χέρι. Υπήρχε αυτό, που αποδείκνυε ότι είχε έρθει ο Μπα’άλζαμον. Ο Ραντ ήθελε να φύγει από κείνο το μέρος. «Είναι ώρα να ανέβουμε στα άλογα, αν θέλουμε να πιάσουμε τους Σκοτεινόφιλους του Φάιν. Αργήσαμε. Μπορούμε να φάμε ψωμί πηγαίνοντας».

Ο Λόιαλ, εκεί που τεντωνόταν, με τα χέρια του να φτάνουν ως εκεί που θα ήταν ο Χούριν, αν στεκόταν στους ώμους του Ραντ, σταμάτησε απότομα. «Το χέρι σου, Ραντ. Τι έγινε;»

«Το χτύπησα. Δεν είναι τίποτα».

«Έχω μια αλοιφή στο σακίδιο—»

«Δεν είναι τίποτα!» Ο Ραντ ήξερε ότι ήταν απότομος· αλλά, αν ο Λόιαλ κοίταζε το σημάδι, δα έκανε ερωτήσεις, στις οποίες ο Ραντ δεν θα ήθελε να απαντήσει. «Η ώρα περνά. Ας ξεκινήσουμε». Άρχισε να σελώνει τον Κοκκινοτρίχη, αδέξια, επειδή το τραυματισμένο χέρι τον εμπόδιζε, και ο Χούριν πήδηξε στο άλογό του.

«Καλά ντε, μην εξάπτεσαι», μουρμούρισε ο Λόιαλ.

Ένα αχνάρι, σκέφτηκε ο Ραντ καθώς ξεκινούσαν, θα ήταν κάτι φυσιολογικό σ’ αυτόν τον κόσμο. Παραήταν πολλά τα αφύσικα εδώ. Έστω κι ένα αποτύπωμα οπλής θα ήταν ευπρόσδεκτο. Κάποια σημάδια θα έπρεπε να αφήνουν ο Φάιν και οι Σκοτεινόφιλοι και οι Τρόλοκ. Έστρεψε την προσοχή του στο έδαφος που περνούσαν, προσπαθώντας να διακρίνει κάποιο ίχνος, που ίσως είχε γίνει από άλλο ζωντανό πλάσμα.

Δεν υπήρχε τίποτα, ούτε πέτρα αναποδογυρισμένη, ούτε σβώλος χώματος πατημένος. Κάποια στιγμή κοίταζε το έδαφος πίσω τους, μόνο και μόνο για να βεβαιωθεί ότι η γη κρατούσε αχνάρια· το ανακατεμένο χώμα και το λυγισμένο γρασίδι έδειχναν ολοφάνερα το διάβα τους, αλλά μπροστά τους το έδαφος ήταν απείραχτο. Αλλά ο Χούριν επέμενε ότι μύριζε τα ίχνη τους, αμυδρά και αραιά, που κατευθύνονταν ακόμα προς το νότο.

Πάλι ο μυριστής αφιέρωσε όλη του την προσοχή στη διαδρομή που ακολουθούσε, σαν κυνηγόσκυλο που έψαχνε το ελάφι, και πάλι ο Λόιαλ προχωρούσε χαμένος στις σκέψεις του, μουρμουρίζοντας μόνος του και τρίβοντας την πελώρια ράβδο που κρατούσε κάθετα στη σέλα μπροστά του.

Δεν είχε περάσει μια ώρα από τη στιγμή που είχαν ξεκινήσει, όταν ο Ραντ είδε το βέλος μπροστά τους. Ήταν τόσο απορροφημένος καθώς έψαχνε για αποτυπώματα, που η μυτερή στήλη φάνηκε να υψώνεται ψηλή και στιβαρή πάνω από τα δέντρα, όχι πολύ μακριά, όταν την πρωτοπρόσεξε. «Αναρωτιέμαι τι να είναι». Βρισκόταν πάνω στο δρόμο τους.

«Δεν ξέρω τι μπορεί να είναι, Ραντ», είπε ο Λόιαλ.

«Αν ήταν — αν αυτός ήταν ο κόσμος μας, Άρχοντα Ραντ...» Ο Χούριν σάλεψε αμήχανα στη σέλα του. «Να, εκείνο το μνημείο που έλεγε ο Άρχοντας Ίνγκταρ —που ο Άρτουρ ο Γερακόφτερος νίκησε τους Τρόλοκ— ήταν ένα μεγάλο βέλος. Μα το γκρέμισαν πριν χίλια χρόνια. Δεν έμεινε τίποτα, παρά μια τούμπα, σαν λόφος. Το είδα, όταν είχα πάει στην Καιρχίν για τον Άρχοντα Άγκελμαρ».

«Κατά τα λεγόμενα του Ίνγκταρ», είπε ο Λόιαλ, «είναι τρεις-τέσσερις μέρες δρόμο ακόμα. Αν υπάρχει εδώ. Δεν ξέρω γιατί θα έπρεπε να υπάρχει. Δεν νομίζω να υπάρχουν καθόλου άνθρωποι εδώ».

Ο μυριστής ξανάστρεψε το βλέμμα στο έδαφος. «Αυτό είναι το θέμα, Κατασκευαστή, ε; Δεν έχει ανθρώπους, μα αυτό είναι ίσια μπροστά μας. Ίσως θα ’ταν καλύτερο να το αποφύγουμε, Άρχοντά μου Ραντ. Δεν ξέρουμε τι είναι, ποιος είναι εκεί, σ’ αυτά τα μέρη».

Ο Ραντ ταμπούρλισε τα δάχτυλα του στο ψηλό μπροστάρι της σέλας του για μια στιγμή, καθώς σκεφτόταν. «Πρέπει να μείνουμε όσο πιο κοντά γίνεται στα ίχνη», είπε τελικά. «Όπως πάμε, δεν βλέπω να πλησιάζουμε τον Φάιν, και δεν θέλω να αργοπορήσουμε κι άλλο. Αν δούμε κόσμο, ή κάτι έξω από τα συνηθισμένα, τότε θα κάνουμε κύκλο και θα ξαναβρούμε τη διαδρομή μετά. Αλλά ως τότε, συνεχίζουμε».