Выбрать главу

«Ό,τι πεις, Άρχοντά μου». Ο μυριστής είχε μια παράξενη έκφραση και έριξε μια βιαστική, λοξή ματιά στον Ραντ. «Ό,τι πεις».

Ο Ραντ συνοφρυώθηκε για μια στιγμή και μετά κατάλαβε, και τότε ήταν η σειρά του να αναστενάξει. Οι άρχοντες δεν έδιναν εξηγήσεις σ’ αυτούς που τους ακολουθούσαν, αλλά μόνο σε άλλους άρχοντες. Δεν του ζήτησα να με πάρει για άρχοντα. Αλλά έτσι το πήρε, φάνηκε να του απαντά μια φωνούλα, κι εσύ τον άφησες. Έκανες την επιλογή· τώρα το καθήκον είναι δικό σου.

«Ακολούθησε τα ίχνη, Χούριν», είπε ο Ραντ.

Ο μυριστής, μ’ ένα ξαφνικό χαμόγελο ανακούφισης, κλώτσησε το άλογό του να ξεκινήσει.

Ο ασθενικός ήλιος ανηφόριζε στον ουρανό καθώς προχωρούσαν, και όταν είχε βρεθεί ακριβώς από πάνω τους, απείχαν περίπου ένα μίλι μόνο από το βέλος. Είχαν φτάσει σε ένα ποταμάκι, σ’ ένα ρέμα που είχε βάθος μια απλωσιά, και τα δέντρα στο ενδιάμεσο φύτρωναν αραιά. Ο Ραντ διέκρινε την τούμπα στην οποία ήταν θεμελιωμένο, σαν στρογγυλός λόφος με επίπεδη κορυφή. Το γκρίζο βέλος έφτανε σε ύψος εκατό απλωσιών τουλάχιστον, και ο Ραντ τώρα διέκρινε ότι στην κορυφή του ήταν σμιλεμένη η μορφή ενός πουλιού με απλωμένα φτερά.

«Ένα γεράκι», είπε ο Ραντ. «Είναι στ’ αλήθεια το μνημείο του Γερακόφτερου. Πρέπει να είναι. Ήταν κάποτε άνθρωποι εδώ, είτε υπάρχουν ακόμα, είτε όχι. Εδώ απλώς το κατασκεύασαν σε άλλο μέρος και δεν το γκρέμισαν. Σκέψου, Χούριν. Όταν γυρίσουμε πίσω, θα μπορείς να του πεις πώς ήταν στ’ αλήθεια το μνημείο. Μόνο οι τρεις μας σ’ ολόκληρο τον κόσμο θα το έχουμε δει ποτέ».

Ο Χούριν ένευσε. «Μάλιστα, Άρχοντά μου. Τα παιδιά μου θα ήθελαν να ακούσουν αυτή την ιστορία, το πώς ο πατέρας τους είδε το βέλος του Γερακόφτερου».

«Ραντ», είπε ο Λόιαλ με ανησυχία.

«Μπορούμε να πάμε καλπάζοντας», είπε ο Ραντ. «Ελάτε. Ο καλπασμός θα μας κάνει καλό. Μπορεί αυτό το μέρος να είναι νεκρό, αλλά εμείς είμαστε ζωντανοί».

«Ραντ», είπε ο Λόιαλ, «δεν νομίζω ότι είναι—»

Ο Ραντ, μην περιμένοντας να ακούσει, κλώτσησε με τις μπότες του τα πλευρά του Κοκκινοτρίχη και ο επιβήτορας όρμηξε μπροστά. Τσαλαβούτηξε στη στενή κορδέλα του νερού και πέρασε με δυο δρασκελιές, και μετά ανηφόρισε την πέρα όχθη. Ο Χούριν ακολούθησε από κοντά με το άλογό του. Ο Ραντ άκουσε τον Λόιαλ να φωνάζει από πίσω τους, αλλά γέλασε, κούνησε το χέρι για να τους ακολουθήσει ο Ογκιρανός και συνέχισε να καλπάζει. Όταν κρατούσε το βλέμμα σε ένα σημείο, η γη δεν έμοιαζε να γλιστρά και να σαλεύει τόσο πολύ, και ο άνεμος φυσούσε όμορφα στο πρόσωπό του.

Ο γήλοφος κάλυπτε επιφάνεια περίπου δύο τομαριών, αλλά η πράσινη πλαγιά ανηφόριζε με μικρή κλίση. Το γκρίζο βέλος πετιόταν στον ουρανό, τετραγωνισμένο και αρκετά πλατύ, τόσο που, παρά το ύψος του, έμοιαζε ογκώδες, σχεδόν κοντόχοντρο. Το γέλιο του Ραντ κόπηκε· τράβηξε τα γκέμια του Κοκκινοτρίχη, μι βλοσυρή έκφραση.

«Αυτό είναι το μνημείο του Γερακόφτερου, Άρχοντα Ραντ;» ρώτησε ταραγμένος ο Χούριν. «Κάτι δεν φαίνεται σωστό».

Ο Ραντ αναγνώρισε την τραχιά, γωνιώδη γραφή που κάλυπτε την πρόσοψη του μνημείου, και αναγνώρισε μερικά από τα σύμβολα που ήταν χαραγμένα στην επιφάνειά του, χαραγμένα με ύψος ανθρώπου. Το κερασφόρο κρανίο των Τρόλοκ Ντά’βολ. Τη σιδερένια γροθιά των Ντάι’μον. Την τρίαινα των Κά-μπολ, και τον ανεμοστρόβιλο των Αφ’φράιτ. Υπήρχε κι ένα γεράκι, επίσης, σκαλισμένο κοντά στη βάση. Πλάτους δέκα απλωσιών, ήταν ξαπλωμένο ανάσκελα, το τρυπούσε ένας κεραυνός και κοράκια σκάλιζαν τα μάτια του. Τα πελώρια φτερά πάνω στο βέλος έμοιαζαν να κρύβουν τον ήλιο.

Άκουσε τον Λόιαλ να καλπάζει πίσω του.

«Προσπάθησα να σου το πω, Ραντ», είπε ο Λόιαλ. «Είναι κοράκι, όχι γεράκι. Το είχα δει καθαρά». Ο Χούριν γύρισε από την άλλη το άλογό του, αρνούμενος ακόμα και να κοπάζει πια το μνημείο.

«Μα πώς;» είπε ο Ραντ. «Ο Άρτουρ ο Γερακόφτερος νίκησε εδώ τους Τρόλοκ. Το είπε ο Ίνγκταρ».

«Όχι εδώ», είπε ο Λόιαλ αργά. «Προφανώς όχι εδώ. ‘Από Λίθο σε Λίθο τρέχουν οι γραμμές του ‘αν’, μεταξύ των κόσμων που ίσως υπάρχουν’. Το σκεφτόμουν, και πιστεύω πως ξέρω τι είναι οι κόσμοι ‘που ίσως υπάρχουν’. Ίσως ξέρω. Οι κόσμοι που θα μπορούσε να γίνει ο κόσμος μας, αν τα πράγματα είχαν συμβεί διαφορετικά. Ίσως γι’ αυτό να μοιάζουν όλα τόσο... ξεπλυμένα. Επειδή είναι ένα ‘αν’, ένα ‘ίσως’. Μονάχα μια σκιά του πραγματικού κόσμου. Σ’ αυτόν τον κόσμο νομίζω ότι νίκησαν οι Τρόλοκ. Μπορεί γι’ αυτό να μην έχουμε δει χωριά κι ανθρώπους».