Выбрать главу

Ο Ραντ ένιωσε ανατριχίλα. Όπου νικούσαν οι Τρόλοκ, δεν άφηναν ανθρώπους ζωντανούς, παρά μόνο για τροφή. Αν είχαν νικήσει παντού σ’ έναν ολόκληρο κόσμο... «Αν είχαν νικήσει οι Τρόλοκ, θα ήταν παντού. Θα είχαμε δει χίλιους ως τώρα. Θα είχαμε σκοτωθεί από χθες».

«Δεν ξέρω, Ραντ. Μπορεί, αφού σκότωσαν τους ανθρώπους, μετά να σκότωσαν ο ένας τον άλλον. Οι Τρόλοκ ζουν για να σκοτώνουν. Αυτό είναι το μόνο που κάνουν· είναι η φύση τους. Δεν ξέρω».

«Άρχοντα Ραντ», είπε ξαφνικά ο Χούριν, «κάτι κουνήθηκε εκεί κάτω».

Ο Ραντ στριφογύρισε το άλογό του, περιμένοντας να δει Τρόλοκ να εφορμούν, αλλά ο Χούριν έδειχνε το δρόμο απ’ όπου είχαν έρθει, προς το τίποτα. «Τι είδες, Χούριν; Πού;»

Ο μυριστής κατέβασε το χέρι του. «Εκεί, στην άκρη της συστάδας των δέντρων, ένα μίλι πιο πέρα. Μου φάνηκε πως ήταν μια γυναίκα... και κάτι άλλο που δεν μπόρεσα να διακρίνω, αλλά...» Τρεμούλιασε. «Είναι δύσκολο να δεις κάτι, αν δεν είναι μπροστά στη μύτη σου. Με πιάνει σύγκρυο σ’ αυτό το μέρος. Μάλλον το έβγαλα από το νου μου, Άρχοντά μου. Είναι μέρος για να φαντάζεσαι τρελά πράγματα». Οι ώμοι του καμπούριασαν, σαν να ένιωθε το βέλος να τους βαραίνει. «Σίγουρα ήταν ο αέρας, Άρχοντά μου».

Ο Λόιαλ είπε, «Φοβάμαι πως υπάρχει και κάτι άλλο που πρέπει να σκεφτόμαστε». Πάλι φαινόταν προβληματισμένος. Έδειξε προς το νότο. «Τι βλέπεις εκεί;»

Ο Ραντ μισόκλεισε τα μάπα, επειδή ό,τι ήταν μακριά φαινόταν να κυλά κατά πάνω του. «Γη, σαν αυτή που πατάμε. Δέντρα. Ύστερα λόφους και βουνά. Τίποτα άλλο. Τι θέλεις να δω;»

«Τα βουνά», είπε ο Λόιαλ αναστενάζοντας. Οι τούφες των αυτιών του είχαν πέσει και οι άκρες των φρυδιών του είχαν χαμηλώσει ως τα μάγουλα. «Αυτά πρέπει να είναι το Μαχαίρι του Σφαγέα, Ραντ. Δεν μπορεί να είναι άλλα βουνά, εκτός αν αυτός ο κόσμος είναι εντελώς διαφορετικός από τον δικό μας. Αλλά το Μαχαίρι του Σφαγέα είναι πάνω από εκατό λεύγες νοτιότερα του Ερίνιν. Παραπάνω. Είναι δύσκολο να κρίνεις αποστάσεις σ’ αυτό το μέρος, αλλά... νομίζω πως θα τα φτάσουμε πριν σκοτεινιάσει». Λεν χρειάστηκε να πει τίποτα άλλο. Δεν μπορεί να είχαν διανύσει εκατό λεύγες σε λιγότερο από τρεις μέρες.

Χωρίς να το σκεφτεί, ο Ραντ μουρμούρισε, «Μπορεί αυτό το μέρος να είναι σαν τις Οδούς». Άκουσε τον Χούριν να αφήνει ένα βογκητό, και αμέσως μετάνιωσε που δεν είχε βάλει χαλινάρι στη γλώσσα του.

Δεν ήταν ευχάριστη σκέψη. Μπορούσες να μπεις σε μια Πύλη —βρισκόταν λίγο έξω από τα στέντιγκ και μέσα στα άλση των Ογκιρανών— και να προχωρήσεις για μια μέρα, και θα έβγαινες από μια άλλη Πύλη εκατό λεύγες μακρύτερα από κει που είχες ξεκινήσει. Τώρα οι Οδοί ήταν σκοτεινές, ρυπαρές, και όταν ταξίδευες εκεί ρίσκαρες να πεθάνεις ή να τρελαθείς. Ακόμα και οι Ξέθωροι φοβούνταν να ταξιδέψουν από τις Οδούς.

«Αν είναι έτσι, Ραντ», είπε αργά ο Λόιαλ, «τότε μήπως κι εδώ φτάνει ένα παραπάτημα για να σκοτωθούμε; Υπάρχουν πράγματα που δεν έχουμε δει ακόμα, τα οποία ίσως να ’ναι χειρότερα από το θάνατο;» Ο Χούριν ξαναβόγκηξε.

Έπιναν το νερό και προχωρούσαν αμέριμνοι με τα άλογα. Η αμεριμνησία στις Οδούς μπορούσε να σε σκοτώσει πριν το καταλάβεις. Ο Ραντ ξεροκατάπιε, ευχήθηκε να σταματούσε το στομάχι του να ανακατεύεται.

«Τώρα είναι πολύ αργά για να ανησυχούμε για ό,τι έγινε», είπε. «Από δω και πέρα, όμως, θα προσέχουμε πού πάμε και τι κάνουμε». Κοίταξε τον Χούριν. Το κεφάλι του μυριστή είχε χωθεί ανάμεσα στους ώμους του και τα μάτια του πηδούσαν εδώ κι εκεί, σαν να αναρωτιόταν τι θα του ορμούσε κι από πού. Αυτός ο άνθρωπος είχε καταδιώξει δολοφόνους, όμως όλα αυτά τον ξεπερνούσαν. «Ψυχραιμία, Χούριν. Ακόμα δεν πεθάναμε, ούτε πρόκειται. Απλώς θα πρέπει να έχουμε το νου μας από δω και πέρα. Αυτό είναι όλο».

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή άκουσαν την κραυγή, αδύναμη λόγω της απόστασης.

«Γυναίκα!» είπε ο Χούριν. Ακόμα κι ένα τόσο απλό, φυσιολογικό πράγμα φάνηκε να τον εμψυχώνει λιγάκι. «Ήξερα ότι την είδα—»

Ακούστηκε άλλη μια κραυγή, πιο απελπισμένη από την πρώτη.

«Όχι, εκτός αν πέταξε», είπε ο Ραντ. «Είναι νότια από μας». Κλώτσησε τον Κοκκινοτρίχη, βάζοντάς τον σε ξέφρενο καλπασμό.

«Να προσέχουμε, είπες!» φώναζε ο Λόιαλ από πίσω του. «Φως μου, Ραντ, μην το ξεχνάς! Πρόσεχε!»

Ο Ραντ έσκυβε χαμηλά στην πλάτη του Κοκκινοτρίχη, αφήνοντας το άλογο να καλπάσει. Τον τραβούσαν οι κραυγές. Ήταν εύκολο να συνιστάς προσοχή, αλλά η φωνή της γυναίκας έδειχνε τρόμο. Δεν έδειχνε ότι είχε χρόνο για να φανεί ο Ραντ προσεκτικός. Τράβηξε τα χαλινάρια στην όχθη ενός ακόμα ρέματος, σ’ ένα ποτάμι με απότομες όχθες, πιο βαθύ από τα περισσότερα που είχαν περάσει· ο Κοκκινοτρίχης γλίστρησε, τινάζοντας βροχή από πέτρες και χώμα. Οι κραυγές ακούγονταν... Εκεί!

Τα είδε όλα με μια ματιά. Σε απόσταση περίπου διακοσίων απλωσιών, μια γυναίκα στεκόταν πλάι στο άλογό της μέσα στο ρέμα, στριμωγμένη μαζί με το άλογο στην απέναντι όχθη. Μ’ ένα κλαρί, προσπαθούσε ν’ απομακρύνει ένα αγριεμένο... κάτι. Ο Ραντ κατάπιε, νιώθοντας για μια στιγμή αποσβολωμένος. Αν ένας βάτραχος ήταν μεγάλος σαν αρκούδα, ή αν μια αρκούδα είχε το γκριζοπράσινο τομάρι ενός βατράχου, θα έμοιαζε κάπως έτσι. Μια μεγάλη αρκούδα.