Αποφεύγοντας ηθελημένα να σκεφτεί για το πλάσμα, πήδηξε κάτω και έβγαλε το τόξο του. Αν έχανε χρόνο για να πλησιάσει πιο κοντά, ίσως να ήταν πολύ αργά. Η γυναίκα μόλις που κατάφερνε πια να παραμερίζει το... πλάσμα... με το κλαδί που κρατούσε. Η απόσταση ήταν αρκετή —βλεφάρισε, προσπαθώντας να εκτιμήσει πόσο μακριά ήταν· η απόσταση έμοιαζε να αλλάζει κάδε φορά που το πλάσμα άλλαζε δέση— αλλά και ο στόχος μεγάλος. Το μπανιαρισμένο χέρι του δυσκόλευε το τράβηγμα της χορδής, αλλά, πριν σχεδόν τα πόδια του αγγίξουν το χώμα, είχε ρίξει ένα βέλος.
Ο κορμός του βέλους βυθίστηκε στο σκληρό πετσί ως τη μέση και το πλάσμα γύρισε και κοίταξε τον Ραντ. Ο Ραντ έκανε ένα βήμα πίσω, παρά την απόσταση. Το πελώριο κεφάλι με σχήμα σφήνας δεν ανήκε σε κανένα ζώο που μπορούσε να φανταστεί, με κείνο το ραμφοειδές στόμα με τα κεράτινα χείλη, κυρτωμένο έτσι ώστε να σχίζει τη σάρκα. Και είχε τρία μάτια, μικρά και φλογισμένα, με σκληρά δαχτυλίδια που προεξείχαν γύρω τους. Το πλάσμα πήρε φόρα και χίμηξε προς το μέρος του, τσαλαβουτώντας και κάνοντας πλατιά άλματα στο ρέμα. Όπως το έβλεπε ο Ραντ, του φαινόταν ότι μερικά πηδήματα κάλυπταν διπλάσιο έδαφος από άλλα, αν και ήταν σίγουρος πως ήταν όλα όμοια.
«Στο μάτι», φώναξε η γυναίκα. Η φωνή της ήταν εκπληκτικά γαλήνια, αν αναλογιζόταν τις κραυγές της. «Για να σκοτωθεί πρέπει να το πετύχεις στο μάτι».
Ο Ραντ έπιασε άλλο ένα βέλος και τράβηξε, ώσπου τα φτερά του βρέθηκαν κοντά στο αυτί του. Αναζήτησε απρόθυμα το κενό· δεν ήθελε, αλλά γι’ αυτό του το είχε μάθει ο πατέρας του, και ήξερε πως διαφορετικά η βολή δα αστοχούσε. Ο πατέρας μου, σκέφτηκε με μια αίσθηση απώλειας, και τον γέμισε η αδειανωσύνη. Το τρεμουλιαστό φως του σαϊντίν ήταν εκεί, αλλά το έκλεισε έξω. Ο Ραντ έγινε ένα με το τόξο, με το βέλος, με την τερατώδη μορφή που έτρεχε πλησιάζοντάς τον. Ένα με το μικρούλικο μάτι. Δεν ένιωσε καν το βέλος να φεύγει από τη χορδή.
Το πλάσμα υψώθηκε με το επόμενο πήδημά του, και στο ψηλότερο σημείο της κίνησης, το βέλος χτύπησε το κεντρικό μάτι του. Έπεσε, τινάζοντας γύρω του ένα πελώριο σιντριβάνι από νερό και λάσπη. Το νερό γέμισε κυματάκια, αλλά το πλάσμα δεν κουνήθηκε.
«Καλή βολή, γενναία», φώναξε η γυναίκα. Ήταν στο άλογά της και τον πλησίαζε. Ο Ραντ ένιωσε κάποια έκπληξη που δεν το είχε βάλει στα πόδια, όταν είχε αποσπαστεί η προσοχή του πλάσματος. Η γυναίκα προσπέρασε τον όγκο του, που τον περικύκλωναν τα κυματάκια του θανάτου του, χωρίς να του ρίξει μια ματιά, ανηφόρισε την όχθη και ξεπέζεψε. «Λίγοι άνδρες Θα αντιμετώπιζαν την επίθεση ενός γκρολμ, Άρχοντά μου».
Ήταν ντυμένη στα λευκά, με φόρεμα που είχε χώρισμα για να ιππεύει και ασημένια ζώνη, και οι μπότες της, που ξεπρόβαλλαν από τον ποδόγυρο της, ήταν κι αυτές στολισμένες με ασήμι. Ακόμα και η σέλα της ήταν άσπρη και ασημοστόλιστη. Η χιονάτη φοράδα της, με τον λαιμό σηκωμένο ψηλά και το λεπτεπίλεπτο βήμα, σχεδόν έφτανε στο ύψος το άλογο του Ραντ. Αλλά την προσοχή του τράβηξε η ίδια η γυναίκα, που, όπως φαινόταν, πρέπει να ήταν στην ηλικία της Νυνάβε. Κατ’ αρχάς, ήταν ψηλή· μια πιθαμή παραπάνω και θα τον κοίταζε ίσια στα μάτια. Έπειτα, ήταν όμορφη, με φιλντισένιο δέρμα, που έκανε αντίθεση με τα μακριά, νυχτόχρωμα μαλλιά και τα μαύρα μάτια. Ο Ραντ είχε δει όμορφες γυναίκες. Η Μουαραίν ήταν όμορφη, αν και ψυχρή, το ίδιο και η Νυνάβε, όταν δεν την έπιαναν τα νεύρα της. Η Εγκουέν, και η Ηλαίην, η Κόρη-Διάδοχος του Άντορ, ήταν τόσο όμορφες που σου κοβόταν η ανάσα. Αλλά αυτή η γυναίκα... Η γλώσσα του κόλλησε στον ουρανίσκο του· ένιωσε την καρδιά του, που είχε ξαναρχίσει να χτυπά.
«Η συνοδεία σου, Άρχοντά μου;»
Κοίταξε γύρω του ξαφνιασμένος. Είχαν έρθει ο Χούριν και ο Λόιαλ. Είδε ότι ο Χούριν είχε την έκφραση που πρέπει να είχε και ο ίδιος προηγουμένως, ακόμα και ο Ογκιρανός ήταν μαγεμένος. «Φίλοι μου», είπε. «Ο Λόιαλ, και ο Χούριν. Το όνομά μου είναι Ραντ. Ραντ αλ’Θορ».
«Δεν το σκέφτηκα άλλη φορά», είπε απότομα ο Λόιαλ, με τόνο σαν να μονολογούσε, «αλλά, αν υπάρχει τέλεια ανθρώπινη ομορφιά, στο πρόσωπο και στη μορφή, τότε εσύ—»
«Λόιαλ!» φώναξε ο Ραντ. Τα αυτιά του Ογκιρανού κοκάλωσαν από ντροπή. Και του Ραντ τ’ αυτιά είχαν κοκκινίσει· τα λόγια του Λόιαλ έμοιαζαν πολύ μ’ αυτό που σκεφτόταν κι ο ίδιος προηγουμένως.
Η γυναίκα γέλασε μελωδικά, αλλά αμέσως συνέχισε με τόνο βασιλικής επισημότητας, σαν να ήταν βασίλισσα στο θρόνο της. «Λέγομαι Σελήνη», είπε. «Έδεσες τη ζωή σου σε κίνδυνο και με έσωσες. Είμαι δική σου, Άρχοντα Ραντ αλ’Θορ». Και προς φρίκη του Ραντ, γονάτισε μπροστά του.