Η Σελήνη στην αρχή προχωρούσε δίπλα στον Ραντ, μιλώντας για το ένα και για το άλλο, κάνοντάς του ερωτήσεις και αποκαλώντας τον άρχοντα. Αυτός πεντ’ έξι φορές έκανε να της πει ότι δεν ήταν άρχοντας, μονάχα ένας βοσκός και, κάθε φορά, εκεί που την κοίταζε, δεν μπορούσε να πει τα λόγια. Ήταν σίγουρος πως μια τέτοια αρχόντισσα δεν θα μιλούσε με τον ίδιο τρόπο μ’ έναν βοσκό, έστω κι αν της είχε σώσει τη ζωή.
«Θα γίνεις σπουδαίος άνθρωπος, όταν βρεις το Κέρας του Βαλίρ», του είπε. «Θα μπεις στους θρύλους. Αυτός που θα ηχήσει το Κέρας του Βαλίρ θα γράψει τους δικούς του θρύλους».
«Δεν θέλω να το ηχήσω, και δεν θέλω να γράψω Θρύλους», είπε ο Ραντ. Δεν ήξερε αν η Σελήνη φορούσε άρωμα, αλλά έμοιαζε να έχει μια ευωδιά, κάτι που έκανε τη μορφή της να δεσπόζει στις σκέψεις του. Μυρωδικά δριμεία και γλυκά, που του γαργαλούσαν τη μύτη, που τον έκαναν να ξεροκαταπιεί.
«Όλοι οι άνδρες θέλουν να γίνουν σπουδαίοι. Θα μπορούσες να γίνεις ο πιο σπουδαίος άνδρας όλων των Εποχών».
Έμοιαζε πολύ μ’ εκείνο που είχε πει η Μουαραίν. Ο Ξαναγεννημένος Δράκοντας σίγουρα θα ξεχώριζε σ’ όλες τις Εποχές. «Όχι εγώ», είπε με θέρμη. «Εγώ είμαι απλός» —σκέφτηκε την περιφρόνηση της, αν της έλεγε τώρα ότι ήταν απλός βοσκός, ενώ πρωτύτερα την είχε αφήσει να πιστεύει ότι ήταν άρχοντας, και άλλαξε εκείνο που πήγαινε να πει— «απλώς κάποιος που προσπαθεί να το βρει. Και να βοηθήσει έναν φίλο».
Εκείνη έμεινε σιωπηλή για μια στιγμή, και ύστερα είπε, «Πλήγωσες το χέρι σου».
«Δεν είναι τίποτα». Έκανε να χώσει το χέρι στο μανδύα του —τον πονούσε όπως κρατούσε τα χαλινάρια— αλλά εκείνη του το έπιασε.
Αυτός ξαφνιάστηκε τόσο που την άφησε, και μετά δεν μπορούσε παρά να το τραβήξει με αγένεια, ή να την αφήσει να ξεδιπλώσει το μαντήλι. Το άγγιγμά της ήταν δροσερό και σταθερό. Η παλάμη του χεριού του ήταν κατακόκκινη και πρησμένη, αλλά ο ερωδιός ακόμα ξεχώριζε, καθαρά και ολοφάνερα.
Η Σελήνη άγγιξε το αποτύπωμα με το δάχτυλο της, αλλά δεν το σχολίασε, δεν τον ρώτησε καν πώς είχε γίνει. «Το χέρι σου θα μείνει αλύγιστο, αν δεν το φροντίσεις. Έχω μια αλοιφή, που ίσως βοηθήσει». Από μια τσέπη του μανδύα της έβγαλε ένα μικρό μαρμάρινο φιαλίδιο, άνοιξε το καπάκι και άρχισε να τρίβει απαλά μια άσπρη αλοιφή στο έγκαυμα καθώς προχωρούσαν,
Στην αρχή η αλοιφή του φάνηκε κρύα, και μετά φάνηκε να λιώνει και να μπαίνει στη σάρκα του. Και ήταν αποτελεσματική, όσο ήταν, μερικές φορές, τα βότανα της Νυνάβε. Κοίταξε έκπληκτος την κοκκινίλα να εξαφανίζεται και το πρήξιμο να υποχωρεί κάτω από το χάδι των δαχτύλων της.
«Μερικοί άνδρες», του είπε, χωρίς να σηκώσει το βλέμμα από το χέρι του, «διαλέγουν να αναζητήσουν το μεγαλείο, ενώ σε άλλους έρχεται υποχρεωτικά. Είναι πάντα καλύτερα να διαλέγεις παρά να αναγκάζεσαι. Εκείνος που αναγκάζεται δεν είναι απόλυτος κύριος του εαυτού του. Πρέπει να χορέψει στα νήματα εκείνων που τον ανάγκασαν».
Ο Ραντ τράβηξε το χέρι του. Το έγκαυμα έμοιαζε να είχε γίνει πριν μια βδομάδα, σχεδόν είχε επουλωθεί. «Τι εννοείς;» απαίτησε να μάθει.
Εκείνη του χαμογέλασε και ο Ραντ ένιωσε ντροπή για το ξέσπασμά του. «Μα, το Κέρας, φυσικά», είπε γαλήνια, βάζοντας κατά μέρος την αλοιφή της. Η φοράδα της ήταν τόσο ψηλή, που τα μάτια της Σελήνης ήταν μόνο λίγο πιο χαμηλά από του Ραντ. «Αν βρεις το Κέρας του Βαλίρ, δεν θα μπορείς να αποφύγεις το μεγαλείο. Θα σου το επιβάλλουν όμως, ή θα το πάρεις; Αυτό είναι το ερώτημα».
Ο Ραντ λύγισε το χέρι του. Η Σελήνη έμοιαζε πολύ με τη Μουαραίν όταν μιλούσε. «Είσαι Άες Σεντάι;»
Τα φρύδια της ανασηκώθηκαν· τα σκούρα μάτια της τον κοίταξαν λάμποντας, αλλά η φωνή της ήταν απαλή. «Άες Σεντάι; Εγώ; Όχι».
«Δεν ήθελα να σε προσβάλω. Συγνώμη».
«Να με προσβάλεις; Δεν προσβλήθηκα, αλλά δεν είμαι Άες Σεντάι». Το στόμα της στράβωσε, παίρνοντας μια περιφρονητική έκφραση· ακόμα κι αυτή ήταν όμορφη. «Ζαρώνουν εκεί στη σιγουριά, όπως νομίζουν, ενώ θα μπορούσαν να κάνουν τόσα. Υπηρετούν, ενώ μπορούν να κυριαρχήσουν, αφήνουν τους άνδρες να πολεμούν, ενώ θα μπορούσαν να φέρουν τάξη στον κόσμο. Όχι, μην με λες Άες Σεντάι». Χαμογέλασε κι ακούμπησε το μπράτσο του για να δείξει ότι Λεν ήταν θυμωμένη —το άγγιγμά της τον έκανε να ξεροκαταπιεί— αλλά ένιωσε ανακούφιση όταν η Σελήνη άφησε τη φοράδα της να πάει πιο αργά και να μείνει πλάι στον Λόιαλ. Ο Χούριν την κοίταξε, ανεβοκατεβάζοντας το κεφάλι σαν γέρος οικογενειακός υπηρέτης.
Ο Ραντ ένιωθε ανακούφιση, αλλά επίσης του έλειπε η παρουσία της. Ήταν μόνο δυο απλωσιές μακριά του —γύρισε στη σέλα για να τη δει εκεί που ήταν δίπλα στον Λόιαλ· ο Ογκιρανός ήταν σχεδόν διπλωμένος στα δύο για να μπορεί να της μιλά— αλλά δεν ήταν σαν να την είχε εκεί πλάι του, τόσο κοντά που να μπορεί να μυρίζει τη μεθυστική ευωδιά της, τόσο κοντά που να απέχει ένα άγγιγμα. Έγειρε πίσω με θυμό. Δεν ήταν ακριβώς το ότι ήθελε να την αγγίξει —θύμισε στον εαυτό του ότι αγαπούσε την Εγκουέν· ένιωσε ένοχος που χρειαζόταν αυτή την υπενθύμιση— αλλά ήταν όμορφη, και τον περνούσε για λόρδο, και του είχε πει ότι μπορούσε να γίνει σπουδαίος. Διαφώνησε στυφά με τον εαυτό του στις σκέψεις του. Και η Μουαραίν λέει ότι μπορείς να γίνεις σπουδαίος· ο Ξαναγεννημένος Δράκοντας. Η Σελήνη δεν είναι Άες Σεντάι. Σωστά· αυτή είναι Καιρχινή ευγενής κι εσύ βοσκός. Δεν το ξέρει. Πόσο ακόμα θα την αφήσεις να πιστεύει ένα ψέμα; Μόνο μέχρι να φύγουμε από αυτό το μέρος. Αν φύγουμε. Αν. Πάνω σ’ αυτή τη νότα οι σκέψεις του υποχώρησαν, αφήνοντας πίσω τους βαριά σιωπή.