Τα γκρολμ ήρθαν, πηδώντας το ένα πάνω από το άλλο με τα άλματά τους, πέντε μεγάλα πλάσματα με τραχύ πετσί, τρία μάτια και κεράτινα σαγόνια που έχασκαν. Τα γρυλλητά τους αναπηδούσαν στο κενό, σχεδόν δεν ακούγονταν.
Ο Ραντ δεν κατάλαβε ότι σήκωσε το τόξο, ότι τράβηξε τη χορδή ώσπου τα φτερά του βέλους να φτάσουν στο μάγουλο, στο αυτί του. Ήταν ένα με τα θηρία, ένα με το κεντρικό μάτι του πρώτου. Τότε το βέλος πέταξε. Το πρώτο γκρολμ πέθανε· ένας από τους συντρόφους του έπεσε πάνω του καθώς έπεφτε και το ραμφίσιο στόμα του άρχισε να σχίζει κομμάτια σάρκας. Μούγκρισε στα άλλα, τα οποία έκαναν γύρο για να το αποφύγουν. Αλλά συνέχισαν να προχωρούν, και το άλλο, σαν από κάποιον καταναγκασμό, εγκατέλειψε το γεύμα του και τα ακολούθησε πηδώντας, με το κεράτινο στόμα του ήδη ματωμένο.
Ο Ραντ έριχνε βέλη με ομαλές κινήσεις, ασυναίσθητα· τραβούσε κι άφηνε. Τραβούσε κι άφηνε.
Το πέμπτο βέλος έφυγε από τη χορδή και ο Ραντ χαμήλωσε το τόξο, βαθιά ακόμα στο κενό, καθώς το τέταρτο γκρολμ έπεφτε, σαν πελώρια μαριονέτα που της κόπηκαν οι σπάγκοι. Αν και το τελευταίο βέλος ήταν ακόμα στον αέρα, ο Ραντ ήξερε με κάποιον τρόπο ότι δεν υπήρχε ανάγκη να ξαναρίξει. Το τελευταίο Θηρίο σωριάστηκε κάτω, σαν να είχαν λιώσει τα κόκαλά του, με τα φτερά στην άκρη του βέλους να ξεπροβάλλουν από το κεντρικό μάτι του. Πάντα στο κεντρικό μάτι.
«Καταπληκτικό, Άρχοντα Ραντ», είπε ο Χούριν. «Ποτέ... ποτέ δεν είδα τόση ευστοχία».
Το κενό κρατούσε τον Ραντ. Το φως τον καλούσε, κι αυτός,.. άπλωσε... προς τα κει. Τον περιέβαλε, τον γέμισε.
«Άρχοντα Ραντ;» Ο Χούριν τον άγγιξε στο μπράτσο και ο Ραντ τινάχτηκε, ενώ η αδειανωσύνη γέμισε ότι ήταν γύρω του. «Είσαι καλά, Άρχοντά μου;»
Ο Ραντ σκούπισε το μέτωπό του με τις άκρες των δαχτύλων του. Ήταν στεγνό· ένιωθε ότι έπρεπε να είναι λουσμένος στον ιδρώτα. «Είμαι... είμαι καλά, Χούριν».
«Έχω ακούσει ότι γίνεται πιο εύκολο κάθε φορά που το κάνεις», είπε η Σελήνη. «Όσο πιο πολύ ζεις στην Ενότητα, τόσο πιο εύκολο».
Ο Ραντ την κοίταξε. «Πάντως δεν θα το ξαναχρειαστώ τώρα σύντομα». Τι συνέβη; Ήθελα να... Συνειδητοποίησε με φρίκη ότι ακόμα το ήθελε. Ήθελε να ξαναπάει στο κενό, ήθελε να νιώσει εκείνο το φως να τον γεμίζει πάλι. Έμοιαζε σαν να ήταν πραγματικά ζωντανός μονάχα τότε, παρά την αναγούλα, και τώρα ήταν απλώς απομίμηση. Όχι, ήταν χειρότερο. Ήταν σχεδόν ζωντανός και ήξερε πώς θα ένιωθε αν ήταν πραγματικά ζωντανός. Το μόνο που είχε κάνει ήταν να απλώσει προς το σαϊντίν...
«Όχι πάλι», μουρμούρισε. Κοίταξε τα νεκρά γκρολμ, πέντε τερατώδεις μορφές που κείτονταν στο έδαφος. Δεν ήταν πια επικίνδυνες. «Τώρα μπορούμε να ακολουθήσουμε τα—»
Ένα ξερό γαύγισμα, τόσο γνώριμο, ακούστηκε πέρα από τα νεκρά γκρολμ, πέρα από τον κοντινό λόφο, και του απάντησαν άλλα. Ακόμα περισσότερα ακούστηκαν, από τα ανατολικά, από τα δυτικά.
Ο Ραντ μισοσήκωσε το τόξο του.
«Πόσα βέλη σου έμειναν;» ζήτησε να μάθει η Σελήνη. «Μπορείς να σκοτώσεις είκοσι γκρολμ, Τριάντα; Εκατό; Πρέπει να πάμε στη Διαβατική Λίθο».
«Έχει δίκιο, Ραντ», είπε αργά ο Λόιαλ. «Δεν έχεις πια καμία επιλογή». Ο Χούριν κοίταζε με αγωνία τον Ραντ. Ακούστηκε το κάλεσμα των γκρολμ, δεκάδες απανωτά γαυγίσματα.
«Στη Λίθο», συμφώνησε απρόθυμα ο Ραντ. Ανέβηκε θυμωμένος στη σέλα του, πέρασε το τόξο στη ράχη του. «Οδήγησε μας σ’ αυτή τη Λίθο, Σελήνη».
Εκείνη ένευσε, έστριψε τη φοράδα της και άρχισε να καλπάζει. Ο Ραντ και οι υπόλοιποι ακολούθησαν, αυτοί με βιασύνη, αυτός πιο πίσω. Τους καταδίωξαν τα γαυγίσματα των γκρολμ, εκατοντάδες όπως φαινόταν. Ήταν σαν τα γκρολμ να είχαν παραταχθεί σε ημικύκλιο ολόγυρά τους, πλησιάζοντας απ’ όλες τις κατευθύνσεις εκτός από μπροστά.
Η Σελήνη τους οδήγησε με γρηγοράδα και σιγουριά ανάμεσα από τους λόφους. Η γη είχε αρχίσει να υψώνεται πριν σηκωθούν τα βουνά, οι πλαγιές γίνονταν πιο απότομες, κι έτσι τα άλογα σκαρφάλωναν στις ξεθωριασμένες βραχώδεις προεξοχές και τα αραιά, ξεπλυμένα χαμόδεντρα που φύτρωναν πάνω τους. Ο δρόμος έγινε πιο τραχύς και η γη σηκωνόταν κι ανηφόριζε.
Δεν θα προλάβουμε, σκέφτηκε ο Ραντ, την πέμπτη φορά που ο Κοκκινοτρίχης σκόνταψε και γλίστρησε προς τα πίσω, ρίχνοντας ένα ποταμάκι από πέτρες. Ο Λόιαλ πέταξε τη ράβδο του· μόνο που τον καθυστερούσε και δεν θα έκανε τίποτα στα γκρολμ. Ο Ογκιρανός είχε ξεπεζέψει· με το ένα χέρι πιανόταν και προχωρούσε και με το άλλο τραβούσε το άλογο πίσω του. Το άλογο με το φουντωτό τρίχωμα στα πόδια δυσκολευόταν, αλλά ήταν πιο εύκολο έτσι παρά αν είχε τον Ογκιρανό στην πλάτη. Πίσω τους γάβγιζαν γκρολμ, πιο κοντά.